6η Μαρτίου: Πανελλήνια Ημέρα κατά της σχολικής βίας και του εκφοβισμού

6η Μαρτίου: Πανελλήνια Ημέρα κατά της σχολικής βίας και του εκφοβισμού

6η Μαρτίου: Πανελλήνια Ημέρα κατά της σχολικής βίας και του εκφοβισμού

Ο όρος «εκφοβισμός και βία στο σχολείο» (school bullying), χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κατάσταση κατά την οποία ασκείται εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και επαναλαμβανόμενη βία και επιθετική συμπεριφορά με σκοπό την επιβολή, την καταδυνάστευση και την πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου σε μαθητές από συμμαθητές τους, εντός και εκτός σχολείου.

Πολλά μπορούμε να διαβάσουμε σχετικά με το θέμα, με ιδιαίτερη έμφαση στην ψυχολογική στήριξη του «θύματος» σε πολλά μέσα κοινωνικής δικτύωσης και όχι μόνο.

Κατά την ταπεινή μου άποψη ως μητέρα και παρόλο που δεν έχω προσωπική εμπειρία από κάτι τέτοιο, όταν ακούω για ένα τέτοιο περιστατικό, ενώ από τη μια είναι αυτονόητη η συμπάθεια για το παιδί που γίνεται αποδέκτης της βίας με οποιαδήποτε μορφή, το μυαλό μου περισσότερο απασχολεί, το γιατί ένα παιδί μπορεί να γίνεται θύτης. Τι μπορεί να οδηγεί ένα παιδί στο να γίνεται «κακό»;

Είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι η αγνή ψυχή ενός παιδιού δεν μπορεί να έχει κακή πρόθεση απέναντι στους άλλους, η βία ή η αντιδραστική συμπεριφορά είναι κατά τη γνώμη μου μια κραυγή βοήθειας από μέρους του παιδιού και συνέπεια συμβάντων ή ερεθισμάτων που δέχεται από το άμεσο περιβάλλον του. Αυτό σημαίνει ότι ίσως το παιδί που γίνεται θύτης, μπορεί να έχει πολύ χαμηλότερη αυτοεκτίμηση από εκείνη του θύματος και προσπαθεί με τον τρόπο αυτό να επιβληθεί, να «κερδίσει την αποδοχή» των συμμαθητών του επειδή θα το θεωρήσουν δυνατό, να τραβήξει την προσοχή των άλλων ή ακόμη και των ίδιων των γονιών πάνω του.

Με λίγα λόγια οι νεαροί παραβάτες ( θύτες ) είναι άτομα που έχουν ανάγκη να ακουστούν, να αποδείξουν την ισχύ τους και ως εκ τούτου οδηγούνται σε παραβατικές πράξεις, όπως στην άσκηση εκφοβισμού.

Είναι πιθανό τα παιδιά αυτά να προέρχονται από «προβληματικές» οικογένειες, οικογενειακό περιβάλλον που είτε είναι ιδιαίτερα αυστηρό, άκαμπτο και θέτει σκληρές τιμωρίες, είτε έχει αδυναμία να οριοθετήσει, είτε πολλές φορές είναι τα ίδια θύματα βίας ή ενδοοικογενειακής κακοποίησης. Στις περιπτώσεις αυτές, αυτός που μπορεί να βοηθήσει το παιδί είναι ένας καλός δάσκαλος-εκπαιδευτικός, που θα διακρίνει το πρόβλημα και θα έχει την υπομονή και την διάθεση να προσεγγίσει και να συζητήσει μαζί του, η αναγνώριση του προβλήματος είναι το ήμισυ της λύσης του.

Πολλές φορές όμως ενώ τίποτε από τα ανωτέρω δεν βιώνει ένα παιδί στο οικογενειακό του περιβάλλον, εκδηλώνει βίαιες τάσεις. Γιατί συμβαίνει άραγε αυτό; Το μυστικό σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η συζήτηση. Από μικρή ηλικία τα παιδιά χρειάζονται συζήτηση, που θα τους δίνει το αίσθημα ότι κάποιος πραγματικά τους ακούει και όχι από τη μια να «ακούμε» το παιδί μας και με το άλλο αυτί να ακούμε τα προγνωστικά για τον αγώνα της Κυριακής, ούτε να σερφάρουμε στο ίντερνετ. Σε μια κοινωνία όμως που η συζήτηση περιορίζεται μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, είναι καθήκον μας να μάθουμε στα παιδιά μας να συζητούν, να μοιράζονται τις σκέψεις τους και πως θα το κάνουμε αυτό πολύ απλά; Συζητώντας μαζί τους, είναι τόσο απλό και ταυτόχρονα τόσο δύσκολο. Η τόνωση της αυτοεκτίμησης ενός παιδιού ξεκινάει από τους γονείς, με τον τρόπο αυτό το παιδί δεν θα έχει ανάγκη να επιβληθεί με τη βία, θα έχει πίστη στον εαυτό του. Δεν θα γίνονται θύματα γιατί δεν θα φοβούνται, δεν θα γίνονται θύτες γιατί δεν θα έχουν τίποτε να αποδείξουν στους άλλους,
… γιατί «κακά» παιδιά δεν υπάρχουν.

Επιμέλεια: Χρυσάφη Ασπασία