Ενδοοικογενειακή βία. Νομική αντιμετώπιση και προστασία

Ενδοοικογενειακή βία. Νομική αντιμετώπιση και προστασία

«Στη γυναίκα όλα είναι καρδιά, ακόμα και το κεφάλι»

Ενδοοικογενειακή βία. Νομική αντιμετώπιση και προστασία

Στην Ελλάδα της κρίσης, οι στατιστικές των αρμόδιων φορέων σχετικά με τα κρούσματα ενδοοικογενειακής βίας, με θύματα κυρίως γυναίκες και παιδιά, αποδεικνύουν περίτρανα την ένταση του φαινομένου. Σύμφωνα με τη Γενική Γραμματεία Ισότητας, 1 στις 4 γυναίκες στην Ελλάδα, έχει ήδη υποστεί ή πρόκειται να υποστεί ενδοοικογενειακή βία κατά τη διάρκεια της ζωής της, ενώ το 65,22% των γυναικών που έπεσαν θύματα συνεχίζουν να ζουν κάτω από την ίδια στέγη παρά τη βίαιη συμπεριφορά του συζύγου τους, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι πάρα πολλές περιπτώσεις δε φτάνουν καν στο φως της δημοσιότητας, είτε λόγω κοινωνικών προκαταλήψεων, είτε λόγω έλλειψης οικονομικών δυνατοτήτων. Και το μέλλον προβλέπεται δυσοίωνο…

Τι είναι ενδοοικογενειακή βία;

Η έννοια «ενδοοικογενειακή βία» περιλαμβάνει κάθε μορφή βίας που ασκείται από και προς μέλος της οικογένειας. Με το Ν.3500/2006 ορίζεται αφ’ ενός η έννοια της οικογένειας, και αφ’ ετέρου η ευρύτατη έννοια της βίας. Θέληση του νομοθέτη είναι να συμπεριλάβει πλέον στην αυξημένη προστασία του, όχι μόνο τις περιπτώσεις έγγαμης συμβίωσης αλλά και τις περιπτώσεις μόνιμης συγκατοίκησης ή τις περιπτώσεις διακοπείσας έγγαμης συμβίωσης. Έτσι, στην οικογένεια εντάσσονται σύζυγοι ή γονείς, συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους. Επίσης, εφόσον συγκατοικούν, νοούνται συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού και πρόσωπα των οποίων επίτροπος, δικαστικός παραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί μέλος της οικογένειας, καθώς και κάθε ανήλικο πρόσωπο που συγκατοικεί στην οικογένεια. Τέλος, οι διατάξεις του ως άνω νόμου εφαρμόζονται και στη μόνιμη σύντροφο του άντρα ή στο μόνιμο σύντροφο της γυναίκας και στα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συγκατοικούν, ως και στους τέως συζύγους.

Σχετικά με την έννοια της βίας, σε αυτήν περιλαμβάνεται όχι μόνο η σωματική βία, που είναι άλλωστε και η πιο διαδεδομένη μορφή του φαινομένου, αλλά και η ψυχολογική βία, η λεκτική βία (εξύβριση), η βία κατά πραγμάτων, η παράνομη βία και απειλή, ο σωματικός και ψυχικός βασανισμός, ο βιασμός και η κατάχρηση σε ασέλγεια (ακόμη και εντός της έγγαμης συμβίωσης), ο φυσικός περιορισμός (παράνομη κατακράτηση)  αλλά και η αποστέρηση οικονομικών πόρων απαραίτητων για την αξιοπρεπή διαβίωση του θύματος.

Νομική Προστασία. Τι πρέπει να κάνει το θύμα;

Το σημαντικότερο ίσως βήμα για την προστασία του θύματος είναι η άμεση καταγγελία της πράξης στην αρμόδια Αστυνομική Αρχή. Τη στιγμή της τέλεσης ή το συντομότερο δυνατό, πρέπει να ειδοποιηθεί η αστυνομία και να συλλάβει το δράστη, είτε για να του δώσει συστάσεις, είτε για να δικαστεί με τη διαδικασία του αυτοφώρου, ανάλογα βέβαια και με τη βαρύτητα της πράξης. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να γίνει καταγραφή του συμβάντος στο Βιβλίο Αδικημάτων, Συμβάντων, Συλλήψεων, Συστάσεων και Παραπόνων που τηρούν οι κατά τόπο Αστυνομικές Αρχές. Επίσης, το θύμα μπορεί άμεσα να προχωρήσει σε έγκληση προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη στο δράστη. Σε περίπτωση που το θύμα, από φόβο για αντίποινα ή από πρόθεση να αποφύγει τον κοινωνικό αποκλεισμό, δεν προβεί στην έγκληση, πρέπει να σημειωθεί ότι πλέον, στην περίπτωση της σωματικής βίας, της παράνομης βίας και απειλής, της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας και της παρακώλυσης απονομής της δικαιοσύνης σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, η ποινική δίωξη μπορεί να γίνει και αυτεπάγγελτα από τον αρμόδιο εισαγγελέα. Σε αυτές τις περιπτώσεις δηλαδή, από τη στιγμή που θα γίνει η καταγγελία, η Αστυνομία έχει υποχρέωση να παραπέμψει την υπόθεση στον εισαγγελέα και δεν μπορεί να αρκεστεί σε συστάσεις. Επιβάλλεται μετά την καταγγελία της πράξης να απομακρυνθεί το θύμα από την κοινή στέγη και για το λόγο αυτό πρέπει να έρθει σε επαφή με τους αρμόδιους φορείς στήριξης κακοποιημένων γυναικών, και γενικότερα να εξασφαλιστεί η προστασία και η ασφάλειά του. Απαραίτητο είναι επίσης να υπάρξει και ιατροδικαστική εξέταση ή ιατρική γνωμάτευση αμέσως μετά την επίθεση, αναφέροντας και εκεί την αιτία των τυχόν τραυμάτων και το δράστη, η οποία θα είναι  σημαντική για τη μετέπειτα δικαστική αντιμετώπιση του εγκλήματος.

Πέρα από την ποινική δίωξη του δράστη, το θύμα μπορεί να ζητήσει την άμεση λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 3500/2006, προκειμένου να αιτηθεί μετοίκηση του δράστη (και να παραμείνει η ίδια στην κοινή τους κατοικία), απαγόρευσή του να πλησιάζει το θύμα στον τόπο κατοικίας του ή στην εργασία του και άλλα κατά περίπτωση αιτήματα, όπως αυτό της προστασίας των ανηλίκων παιδιών από την παράνομη συμπεριφορά του δράστη. Επιπλέον είναι κρίσιμο να εκδοθεί και προσωρινή διαταγή μέχρι να γίνει η συζήτηση της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων, δεδομένου ότι η τελευταία μπορεί να γίνει και εντός μεγάλου χρονικού διαστήματος από την αίτηση (για παράδειγμα λόγω αναβολών).

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι ο Ν.3500/2006 εξομοιώνει την ενδοοικογενειακή βία με τη μοιχεία, τη διγαμία, την εγκατάλειψη και την επιβουλή της ζωής, ως μαχητό τεκμήριο ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Σε κάθε περίπτωση το θύμα μπορεί να ζητήσει τόσο τη λύση του γάμου, όσο και τη ρύθμιση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων και τη ρύθμιση της επικοινωνίας τους με τον αντίδικο, καταβολή μηνιαίας διατροφής για αυτά αλλά και για την ίδια κατά περίπτωση, καθώς επίσης και να λάβει την οικοσκευή ή όσα της ανήκουν από την κοινή τους κατοικία.

Ακόμη πρέπει να τονιστεί ότι έχει δυνατότητα να λάβει και αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία όπως ορίζεται στο νόμο δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 1.000 ευρώ.

Σε κάθε περίπτωση, η ιδιορρυθμία της ενδοοικογενειακής βίας έγκειται στο γεγονός ότι το θύμα είναι αναγκασμένο σε πολλές περιπτώσεις να μοιράζεται με το δράστη όχι μόνο την ίδια στέγη, αλλά να έχουν και πολλές κοινές υποχρεώσεις και δικαιώματα, κυρίως όσων αφορά τα ανήλικα τέκνα. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις γυναικών που επέλεξαν να αποχωρήσουν «νύχτα» από την κοινή στέγη, παίρνοντας μαζί τους και τα ανήλικα τέκνα, με συνέπεια να βρεθούν υπόλογες για εγκατάλειψη συζυγική στέγης και για το αδίκημα της αρπαγής ανηλίκου. Καλό θα είναι αμέσως μετά την αποχώρηση, και κυρίως σε περίπτωση έλλειψης καταγγελίας του περιστατικού, να σταλεί εξώδικη όχληση που να αναφέρει το περιστατικό της βίας και τους λόγους εγκατάλειψης, η οποία θα χρησιμοποιηθεί και μετέπειτα δικαστικά. Αν το θύμα δεν έχει οικονομικούς πόρους, μπορεί να έχει το ευεργέτημα της πενίας για τον ορισμό δικηγόρου.

Τέλος, ο ίδιος νόμος ορίζει και την υποχρέωση των εκπαιδευτικών να ενημερώσουν το διευθυντή της σχολικής μονάδας και εκείνος με τη σειρά του τον αρμόδιο εισαγγελέα, αν υποπέσει στην αντίληψή τους ότι διαπράττεται σε βάρος μαθητή το έγκλημα της ενδοοικογενειακής βίας. Το ίδιο ισχύει και για τα ιδιωτικά σχολεία και για τις Μονάδες Προσχολικής Αγωγής.

Που μπορώ να απευθυνθώ;

Τα θύματα οικογενειακής βίας συχνά υφίστανται την παράνομη συμπεριφορά για μακρό χρονικό διάστημα, ενώ ιδιαίτερα στις μικρές επαρχιακές πόλεις, φοβούνται να αναφέρουν τα περιστατικά βίας. Επίσης, συχνή είναι η ρατσιστική αντιμετώπισή τους και η επίρριψη ευθυνών στις ίδιες εκ μέρους της κοινωνίας ή των αστυνομικών αρχών ( π.χ. «θέλεις να χαλάσεις το σπίτι σου;», «τα παιδιά σου δεν τα σκέφτεσαι;», «εσύ το προκάλεσες με τη συμπεριφορά σου»).  Συνέπεια αυτών είναι το θύμα να χάνει την αυτοεκτίμησή του και να μην έχει τη δύναμη να δράσει ανοιχτά. Η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων λειτουργεί το Συμβουλευτικό Κέντρο της Αθήνας, το οποίο παρέχει δωρεάν ψυχολογική υποστήριξη και νομική βοήθεια σε γυναίκες θύματα βίας. Μάλιστα, λειτουργεί και η τηλεφωνική γραμμή SOS 15900, η οποία είναι πανελλαδικής εμβέλειας, 24ωρης λειτουργίας – 365 μέρες το χρόνο.

Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση αλλά σοβαρή κοινωνική παθογένεια που συμβαίνει μάλιστα στο «κύτταρο» της κοινωνίας, την οικογένεια. Το παιδί που θα δει βία, θα ασκήσει βία ή θα τουλάχιστον θα εκλάβει τη βία ως κάτι φυσιολογικό. Η σιωπή της κοινωνίας πολλές φορές γίνεται ο καλύτερος άμεσος συνεργός του δράστη. Η ευαισθητοποίηση όλων μας γύρω από αυτό το κοινωνικό φαινόμενο και η αλλαγή στάσης απέναντι σε αυτό που θεωρείται κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά εντός της οικογένειας, αναμφισβήτητα θα συμβάλει τα μέγιστα στην αντιμετώπιση και στην εξάλειψη τέτοιων περιστατικών.

Ελένη Κ. Κριπούρη, Δικηγόρος.

SHARE
Η Ελένη Κ. Κριπούρη γεννήθηκε στην Καρδίτσα στις 12 Οκτωβρίου του 1985. Αποφοίτησε από το 5ο Ενιαίο Λύκειο Καρδίτσας και σπούδασε στο Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. Το 2008, μετά το πέρας των σπουδών της, επέστρεψε στην Καρδίτσα και έκτοτε διατηρεί δικηγορικό γραφείο στην οδό Πλαστήρα 1. Μιλά αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Είναι παντρεμένη και μητέρα ενός παιδιού.