Συστήματα Πανελληνίων Εξετάσεων: Ας βγούμε απ’ τον φαύλο κύκλο…

Συστήματα Πανελληνίων Εξετάσεων: Ας βγούμε απ’ τον φαύλο κύκλο…

Συστήματα Πανελληνίων Εξετάσεων: Ας βγούμε απ’ τον φαύλο κύκλο…

Όλα κάνουν κύκλο σε αυτή τη ζωή και τη χώρα, ακόμη και το σύστημα των πανελληνίων εξετάσεων…, το οποίο αλλάζει, ξανά-αλλάζει, τροποποιείται, ξανά-τροποποιείται και πάμε απ’ την αρχή. Συνεχώς το ένα σύστημα έρχεται μετά το άλλο και το θέμα είναι: «βελτιώνεται κάτι»; Και τώρα η νέα κυβέρνηση μελετά ένα σύστημα «πολύ κοντά» σε εκείνο με τις Δέσμες που ίσχυε και το 1997 –με το οποίο και η ίδια έδωσα εξετάσεις-, γι’ αυτό και η αναφορά περί κύκλου. Και αφού τότε το εγκατέλειψαν για κάποιο λόγο, γιατί να το επαναφέρουν; Το προηγούμενο σύστημα δεν ήταν ορθό; Ή μήπως εντάσσεται στον ανταγωνισμό των διαφορετικών κυβερνήσεων και η μαθητική ζωή και το άγχος για ένα καλύτερο αύριο των μαθητών; Για να δούμε λοιπόν τα συστήματα αυτά σύντομα, να δούμε τα θετικά και τα αρνητικά τους και ίσως βγάλουμε και κάποια συμπεράσματα…

Πριν ξεκινήσω, πρέπει να επισημάνω -σε όσους δε γνωρίζουν- ότι τα παιδιά της φετινής β’ λυκείου ακόμη δε γνωρίζουν (επίσημα από το Υπουργείο) με ποιο τρόπο θα εξεταστούν του χρόνου, καθώς -απ’ ό,τι λέγεται- ούτε το σύστημα της προηγούμενης κυβέρνησης θα εφαρμοστεί, ούτε κάποιο νέο, αλλά μάλλον κάποιο μεταβατικό ως το 2017, το οποίο εξετάζεται… Αρκετά αγχωτικό όλο αυτό για μαθητές, γονείς, διορισμένους καθηγητές και φροντιστές, αφού συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια η προετοιμασία για τις πανελλήνιες εξετάσεις να ξεκινά εντατικά από τη β’ λυκείου.

Ξεκινάμε λοιπόν…

 

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΕΣΜΕΣ:

Από το 1983 ως το 1999, με κάποιες ενδιάμεσες τροποποιήσεις στα βασικά μαθήματα και στους συντελεστές βαρύτητας, οι πανελλήνιες εξετάσεις πραγματοποιούνταν με το σύστημα των Δεσμών. Οι ΔΕΣΜΕΣ ήταν τέσσερις και καθεμιά κατηύθυνε τους τελειόφοιτους σε συγκεκριμένες ομάδες σχολών μετά από εξετάσεις σε τέσσερα μαθήματα.

Το θετικό στοιχείο ήταν ότι οι μαθητές περνούσαν σε σχολές των οποίων τα μαθήματα ήταν σε θέση να «αντιμετωπίσουν», καθώς (εκτός από το μάθημα της έκθεσης που είναι πάντα κοινό για όλους) εξετάζονταν σε αντίστοιχα των σχολών μαθήματα. Για παράδειγμα, στην πρώτη Δέσμη εξεταζόταν κανείς στα μαθηματικά, τη φυσική και τη χημεία και μπορούσε να περάσει σε Πολυτεχνικές, Φυσικομαθηματικές και Γεωπονοδασολογικές σχολές. Στη δεύτερη Δέσμη δίνοντας εξετάσεις στη φυσική, χημεία και βιολογία περνούσε κάποιος σε Ιατρικές, Οδοντιατρικές Φαρμακευτικές και Βιολογικές σχολές, στην τρίτη τα μαθήματα ήταν αρχαία, ιστορία και λατινικά και οι σχολές Θεολογικές, Φιλοσοφικές, Νομικές και τέλος στην τέταρτη με εξετάσεις στα μαθηματικά, την ιστορία και την κοινωνιολογία (που αντικαταστάθηκε κάποια στιγμή από την Πολιτική Οικονομία) υπήρχε δυνατότητα πρόσβασης σε Πολιτικές Επιστήμες, σχολές Δημόσιας Διοίκησης, Οικονομικών και Κοινωνιολογίας. Τέλος, μπορούσε κανείς -σε όποια δέσμη και αν ανήκε- να δηλώσει σχολές, όπως τα  Παιδαγωγικά Τμήματα Δημοτικής Εκπαίδευσης, τα Τμήματα Νηπιαγωγών, τα Τμήματα Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού, καθώς και τα Τμήματα Μουσικών Σπουδών. Ωστόσο, ομολογώ εκ πείρας ότι η ύλη των μαθημάτων ήταν ογκώδης και δυστυχώς προωθούσε πολύ την στείρα απομνημόνευση (κοινώς «παπαγαλία»)…

Επίσης, υπήρχε η δυνατότητα της κατοχύρωσης της βαθμολογίας μέχρι και σε τρία μαθήματα για την επόμενη και μεθεπόμενη χρονιά. Έτσι δινόταν η δυνατότητα σε εμένα προσωπικά για παράδειγμα που είχα γράψει υψηλές βαθμολογίες στα τρία μαθήματα και 13,375 στην ιστορία να ξαναδώσω μόνο την ιστορία για να «πιάσω» νομική αντί του Ιστορικού-Αρχαιολογικού (το οποίο τελικά δεν έπραξα παρά την επίμονη προτροπή συγγενών και συναδέλφων των γονιών). Όταν ήρθε η ώρα να δώσουν εξετάσεις ο αδερφός μου και η ξαδέρφη μου το 2001, έμαθα ότι το σύστημα έχει αλλάξει και συγκεκριμένα το 2000. Ως τότε (ομολογώ) ως φοιτήτρια δεν είχα ενδιαφερθεί για τις οποιεσδήποτε αλλαγές, αλλά ειδικά από το 2002, που άρχισα να διδάσκω ως φιλόλογος, έμαθα τελικά ποιο είναι αυτό το νέο σύστημα. Ας δούμε λοιπόν τι ακολούθησε…

 

 ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ (προαγωγικές και απολυτήριες)

Το 2000, όπως προανέφερα, εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με βάση την επίδοση του υποψηφίου στο Λύκειο, σύστημα πολύπλοκο, το οποίο προσωπικά δυσκολεύτηκα αρχικά να κατανοήσω.

Συγκεκριμένα, στη β’ λυκείου ο μαθητής έπρεπε να επιλέξει μία εκ των τριών κατευθύνσεων πια, θεωρητική, θετική και τεχνολογική, που η τελευταία χωριζόταν σε δύο κύκλους, στον Τεχνολογίας και Παραγωγής και στον Πληροφορικής και Υπηρεσιών. Τα μαθήματα στη β’ και γ’ λυκείου χωρίζονταν σε μαθήματα γενικής παιδείας, κατεύθυνσης, επιλογής που εξετάζονταν γραπτώς και μαθήματα στα οποία δεν εξετάζονταν γραπτώς. Εν ολίγοις, οι μαθητές εξετάζονταν πανελλαδικώς σε 14 μαθήματα τόσο στη β’ όσο και στη γ’ για την απόκτηση απολυτηρίου!

Ένα χρόνο δηλαδή πριν ο μαθητής της θεωρητικής δε διδασκόταν καν μαθηματικά στη γ’ λυκείου και τώρα έπρεπε να διαβάσει μαθηματικά, φυσική και χημεία. Δεδομένου ότι με το που πηγαίναμε στο λύκειο «εγκαταλείπαμε» τα μαθήματα των άλλων δεσμών (κάτι το οποίο επίσης ήταν λάθος) αυτό το σύστημα μου φαινόταν εφιάλτης!

Για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια υπήρχαν (και συνεχίζουν να υπάρχουν) πέντε επιστημονικά πεδία:

  1. Ανθρωπιστικών , Νομικών και Κοινωνικών Επιστημών
  2. Θετικών Επιστημών
  3. Επιστημών Υγείας
  4. Τεχνολογικών Επιστημών
  5. Επιστημών Οικονομίας και Διοίκησης

Ο κάτοχος απολυτηρίου  Ενιαίου Λυκείου είχε τη δυνατότητα να επιλέξει μέχρι δύο από τα παραπάνω επιστημονικά πεδία και να δηλώσει προτίμηση ακόμη και για όλα τα τμήματα που περιλαμβάνονταν στα δύο επιστημονικά πεδία που επέλεξε. Τα 14 μαθήματα μειώθηκαν σταδιακά. Έγιναν 9 από το 2001 και 6 από το 2006 (ευτυχώς, κατά τη γνώμη μου, αλλά αδικία για όσους ταλαιπωρήθηκαν δίνοντας πολλά μαθήματα). Επίσης, πιθανή αποτυχία σήμαινε ότι ο μαθητής έπρεπε να ξαναδώσει όλα τα μαθήματα χωρίς τη δυνατότητα κατοχύρωσης, όπως παλιότερα.

Με έκπληξη λοιπόν διαπίστωσα, όταν ανέλαβα παιδιά θεωρητικής κατεύθυνσης το 2006, ότι πέραν των πέντε μαθημάτων της κατεύθυνσης (αρχαία, ιστορία, έκθεση, λατινικά και λογοτεχνία) είχαν ένα μάθημα επιλογής, το οποίο θα τους άνοιγε και ένα δεύτερο πεδίο. Για παράδειγμα, ο μαθητής της θεωρητικής πέραν του πρώτου πεδίου (σχολές φιλοσοφικής, θεολογίας, κτλ) μπορούσε να πάρει ως μάθημα επιλογής βιολογία γενικής παιδείας και να «ανοίξει» (άρα και να μπορεί να δηλώσει) σχολές του τρίτου πεδίου (πχ. ΤΕΙ νοσηλευτικής). Αλλά υπήρχε και ακόμη πιο εξωφρενικό: επιλέγοντας και το μάθημα Αρχές Οικονομίας (ως έβδομο) μπορούσε να «ανοίξει» και τις σχολές του πέμπτου πεδίου (π.χ. Οικονομικό)! Το μόνο κόστος ήταν ότι πια μαθήματα βαρύτητας δε θα ήταν τα αρχαία και η ιστορία, αλλά το μάθημα επιλογής και η έκθεση. Και έτσι ο κάθε μαθητής θα έβγαζε δύο βαθμούς πρόσβασης σε διαφορετικά πεδία, αλλά θα περνούσε σε μία σχολή βέβαια βάσει του μηχανογραφικού…

Αποτέλεσμα; Μαθητές της θεωρητικής να περνούν σε σχολές Οικονομικών, μαθητές της τεχνολογικής σε σχολές Φιλοσοφικής κτλ… Μαθητές που δεν έχουν γνώσεις μαθηματικών να καλούνται να αντεπεξέλθουν σε πολύ δύσκολα μαθήματα μαθηματικών και να γυρίζουν ως φοιτητές στους φροντιστές τους για ιδιαίτερα, προκειμένου να περάσουν το μάθημα… Φοιτητές να πληρώνουν αδρά για να τους κάνουν εργασίες φροντιστήρια μεγάλων πόλεων, τα οποία θησαύρισαν, ακόμη και Πτυχιακές… Ποιο το νόημα λοιπόν; Πρέπει βέβαια να αναφερθώ και στην ακατανόητη εμμονή (στα εννιά χρόνια εμπειρίας μου ως φροντιστής φιλόλογος) τη μία χρονιά να τίθεται βάση του 10 και την επόμενη όχι. Δηλαδή τη μία χρονιά να περνούν μαθητές με μέσο όρο 4 (!!!) και την επόμενη να μην περνάει μαθητής με μέσο όρο 9μιση! Ποιος υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο είναι δίκαιο;

Και κλείνω με το σύστημα με το οποίο υποτίθεται θα έδιναν οι μαθητές της γ’ λυκείου του χρόνου, το οποίο εφαρμόστηκε για τους ίδιους πέρυσι που ήταν α’ λυκείου και τώρα καταργήθηκε από τη νέα κυβέρνηση. Οι μαθητές καλούνταν να εξεταστούν σε κάθε μάθημα από Τράπεζα Θεμάτων ως προς το 50% των θεμάτων. Δηλαδή ξοδεύτηκαν άπειρα χρήματα, για να βγουν λίστες ερωτήσεων σε όλα τα μαθήματα, οι οποίες και ήταν ογκώδεις και άρα αδύνατον να μελετηθούν, αλλά και προωθούσαν όσο κανένα άλλο σύστημα τη στείρα απομνημόνευση, η οποία όλα αυτά τα χρόνια υπήρξε το μοναδικό κοινό στοιχείο των διαφόρων συστημάτων.

Εκφράζω λοιπόν την εξής απορία: Μήπως θα ήταν πιο αντικειμενικό να θεσπιστεί ένα Υπουργείο Παιδείας το οποίο να μην αλλάζει κάθε φορά που αλλάζει η κυβέρνηση και να περιλαμβάνει καθηγητές ανεξαρτήτως κόμματος και οι οποίοι να δημιουργήσουν ένα διαχρονικό σύστημα εξετάσεων, για να μην ταλαιπωρούνται οι νέοι; Μήπως να υπάρξει μεγαλύτερη ώθηση των νέων και στα τεχνικά επαγγέλματα; Μήπως να γίνουν αλλαγές που να αποσκοπούν στη δημιουργία ισχυρών προσωπικοτήτων με κριτική ικανότητα και να εγκαταλειφθεί η «παπαγαλία»; Νομίζω ότι στην Ελλάδα υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να αλλάξουν την κατάσταση στην παιδεία, αλλά μένουν «ανεκμετάλλευτοι». Πότε όμως οι κυβερνήσεις θα καταλάβουν ότι πρέπει να ξεκινήσουν από την εκπαίδευση για να αλλάξουν όλα προς το καλύτερο στην Ελλάδα; Και κλείνω με τα λόγια του Αδαμάντιου Κοραή: «Μικρότερο κακό είναι η αγραμματοσύνη, παρά η κακή και χωρίς μέθοδο εκπαίδευση. Είναι βέβαιο πως ανάμεσα στους αγράμματους ευκολότερα βρίσκει κανείς άνθρωπο ενάρετο, παρά ανάμεσα σ” εκείνους που εκπαιδεύτηκαν χωρίς σωστή μέθοδο».

Τα συμπεράσματα δικά σας…

Νατάσα Δανιήλ
Φιλόλογος

SHARE
Γεννήθηκα στις 25 Ιουλίου του 1979 στην Καρδίτσα. Αποφοίτησα το 2002 από το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από τότε ζω και εργάζομαι στην Καρδίτσα. Το 2009 παντρεύτηκα και απέκτησα μια κόρη και το 2011 γεννήθηκε ο γιος μου. Από το 2009 ως το 2014 ολοκλήρωσα το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Σπουδές στην Εκπαίδευση» στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Γνωρίζω αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά και τον ελεύθερό μου χρόνο ζωγραφίζω.