Ποιός είναι ο μετανάστης;

Ποιός είναι ο μετανάστης;

Ποιός  είναι ο μετανάστης;

Ποιός  είναι ο μετανάστης; Μ’ αυτή την ερώτηση χρειάζεται ν’ αρχίσουμε προκειμένου να απαντήσουμε σε πλήθος άλλων ερωτήσεων, ενίοτε στρεβλά διατυπωμένων και παραπειστικών, που ανακύπτουν στη δημόσια σκηνή. Αναφέρομαι στους τρόπους με τους οποίους τίθενται κατά καιρούς  στα πλαίσια συζητήσεων, σε στενούς κύκλους ή ευρύτερα,  ζητήματα που αφορούν στα δικαιώματα των μεταναστών και στην άσκηση μεταναστευτικής πολιτικής-και μάλιστα σχεδόν πάντα με αφορμή γεγονότα που επιτρέπουν να κυριαρχήσει μια ακραία ρατσιστική ρητορική. Απέναντι σ’ αυτή οφείλουμε να παραθέσουμε τις αιτίες που ωθούν κάποιον στη μετανάστευση και μάλιστα εν γνώσει των κινδύνων που ελλοχεύουν κατά τη διαδρομή-με τα κυκλώματα δουλεμπόρων να εκμεταλλεύονται βάναυσα την ανθρώπινη απελπισία έχοντας μετατρέψει τις οδούς διέλευσης σε τάφους χιλιάδων ανθρώπων- αλλά και κατά την άφιξη στη χώρα προορισμού-με το κλίμα ξενοφοβίας να καθιστά τις συνθήκες διαβίωσης επώδυνες.

Αναζητώντας τις αιτίες, λοιπόν, διαπιστώνουμε την ευθύνη που βαρύνει τις αναπτυγμένες χώρες του προηγμένου δυτικού κόσμου, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της Ελλάδας, στο να υποπέσουν ή να παραμείνουν όλες οι χώρες εκτός αυτής της προνομιούχας ζώνης σε καθεστώς οικονομικής καθυστέρησης,  εξάρτησης και φτώχειας. Είναι γνωστές σε όλους μας ενέργειες διεθνών οργανισμών και πολεμικών συμμαχιών όλων των ισχυρών κρατών που στοχεύουν  στην ανάμιξη στις εσωτερικές υποθέσεις, αν όχι σε απευθείας διορισμούς κυβερνήσεων, μέσω  παροχής κάθε είδους στήριξης σε ομάδες και οργανώσεις συνεργατών εντός των αδύναμων χωρών. Γνωστές είναι επίσης οι πολεμικές επιχειρήσεις, για προληπτικούς ή δήθεν ανθρωπιστικούς λόγους, που διεξάγονται κατά καιρούς σε κάθε πιθανό σημείο του πλανήτη όπου τα οικονομικά συμφέροντα το απαιτούν. Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε τις απαρχές αυτού ακριβώς  του είδους της υπερεκμετάλλευσης που αποτελούν οι τέσσερις περίπου αιώνες αποικιοκρατίας, η οποία συνιστά ένα βάρβαρο σύστημα κατοχής εδαφών  και εξόντωσης πληθυσμών με το προσχήματα του προσηλυτισμού και του εκπολιτισμού. Αυτή η κατάσταση, όπως συνοπτικά σκιαγραφήθηκε παραπάνω, έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός μόνιμου και ισχυρού μηχανισμού παραγωγής ανθρώπων εξαθλιωμένων και απελπισμένων, που στερούνται την πρόσβαση σε βασικά υλικά αγαθά  και βιώνουν έναν βίαιο αποκλεισμό μέσα στη χώρα τους, αποφασίζοντας έτσι να μεταναστεύσουν με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής. Η πολυπληθής  αυτή μάζα χρησιμεύει στη συνέχεια εντός της σφαίρας παραγωγής  του κεφαλαίου ως εφεδρικό εργατικό δυναμικό, φτηνό και ελάχιστα απαιτητικό, συμπιέζοντας τους μισθούς συνολικά και προκαλώντας αντιπαραθέσεις με την ήδη κακοπληρωμένη μάζα των ντόπιων εργαζομένων. Για όσο καιρό η παγκοσμιοποιημένη αγορά το επιτρέπει, αυτός ο στρατός των δυνάμει εργαζομένων γίνεται οριακά ανεκτός και του χαρίζεται σχεδόν το δικαίωμα να υπάρχει, έστω με τα ελάχιστα μέσα, έστω και στο περιθώριο. Πρόκειται για ανθρώπους σχεδόν μιας χρήσης, οι οποίοι καθίστανται περιττοί και απόβλητοι αμέσως μόλις τα οικονομικά «θαύματα» τελειώσουν. Είναι το πλεονάζων τμήμα της ανθρωπότητας σύμφωνα μάλιστα και με μια πολιτικά επικίνδυνη ιδεολογικοποιημένη χρήση του επιχειρήματος του υπερπληθυσμού, μια  έννοια που εμπεριέχει ήδη την προοπτική της εξόντωσης  των υπεραρίθμων. Δηλαδή πάντοτε των ανίσχυρων και ανυπεράσπιστων οι οποίοι κατηγορούνται επιπλέον ως γενετικά υποδεέστεροι για τη δήθεν ανικανότητα τους να ανέλθουν κοινωνικά  και συκοφαντούνται ως φορείς εγκληματικών συμπεριφορών. Σχηματίζεται έτσι μια ψευδής αντίληψη που εμφανίζει  ως φυσικές ,διαδικασίες που εξαρτώνται εξ’ ολοκλήρου από κοινωνικούς παράγοντες  και σχετίζονται με τις διαφορετικές θέσεις εκκίνησης και τα άνισα κατανεμημένα  μέσα.

Για να επιστρέψουμε έτσι στο αρχικό ερώτημα δε μένει παρά να πούμε ότι ο μετανάστης είναι λοιπόν ο κατεξοχήν ανίσχυρος που συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου χωρίς ιδιότητες.  Είναι εκείνος ο οποίος φτάνει στο κατώφλι μας, ανέστιος και εξαθλιωμένος, ζητώντας το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια σ’ ένα περιβάλλον όπου η έννοια του δικαιώματος αφορά αποκλειστικά τον παγκοσμιοποιημένο πολίτη-καταναλωτή. Δεν είναι ο ευκατάστατος τουρίστας-επισκέπτης απ’ τον οποίο αναμένουμε χρηματικά οφέλη και στον οποίο επιδεικνύουμε κατά κύριο λόγο μια πρωτοφανή δουλικότητα, αλλά εκείνος που προσέρχεται, μην έχοντας παρά το πραγματικό των αναγκών του, κομίζοντας το καθολικό αίτημα της πολιτικής χειραφέτησης και ανατροπής ενός συστήματος  που καθιστά τους περισσότερους, ντόπιους και μετανάστες, ανήμπορους να θέσουν οι ίδιοι τους όρους της ύπαρξης τους.  Ζητούν μαζί με μας δικαιοσύνη και τις προϋποθέσεις να αναπτύξουν, απαλλαγμένοι από υλικούς αρχικά καταναγκασμούς , ελεύθερα την προσωπικότητα τους διεκδικώντας  μια ζωή άξια να τη ζείς. Λαμβάνοντας καταρχάς υπόψη αυτές τις διαπιστώσεις μπορούμε να προχωρήσουμε έπειτα στον πολιτικό σχεδιασμό. Η φιλοξενία από μέρους μας, με ό, τι αυτή συνεπάγεται σε επίπεδο ανάληψης δράσεων και ευθυνών, θα επιθυμούσαμε να είναι απροϋπόθετη, αλλά οι μη ρεαλιστικές προοπτικές θέτουν περιορισμό σ’ αυτή την επιθυμία. Μακριά από ανώδυνους συναισθηματισμούς και χωρίς να προσδοκάμε ανταλλάγματα επείγει να πάρουμε θέση, εδώ και τώρα, η οποία αφορά τόσο στο συγκεκριμένο πρόσωπο στη γειτονιά, στη δουλειά ή αλλού, όσο και στον κάθε ανώνυμο μετανάστη, όπως αναγκαστικά απαιτείται σε περιπτώσεις όπου η μερικότητα της δράσης μας απευθύνεται στον άγνωστο, στον καθένα, σε όλους.

SHARE
Ο Λάμπρος Οικονομίδης γεννήθηκε στην Καρδίτσα το καλοκαίρι του 1985 και μεγάλωσε εκεί. Τελείωσε το 3ο Ενιαίο Λύκειο και στη συνέχεια έζησε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Α.Π.Θ. Μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε στην Καρδίτσα όπου και εργάζεται ως μηχανικός.