Ανάσταση: θέμα ζωής και θανάτου – Άρθρο του Βουλευτή Κ. Τσιάρα

    Ανάσταση: θέμα ζωής και θανάτου – Άρθρο του Βουλευτή Κ. Τσιάρα

     

    Με την αρθρογραφία μου προσπαθώ να απευθύνομαι στο σύνολο των πολιτών και να διαλέγομαι, έτσι, μαζί τους για τα ζητήματα της επικαιρότητας και της πολιτικής. Σήμερα, ας μου επιτραπεί μια εξαίρεση. Αντί να απευθυνθώ στο σώμα των πολιτών, θα απευθυνθώ στο σώμα της Εκκλησίας, στο σώμα των πιστών, για να μοιραστώ τις σκέψεις μου για το ταξίδι της Σαρακοστής και της Μεγάλης Εβδομάδος, που σύντομα ολοκληρώνουμε.

    Συνηθίζεται εμείς οι πολιτικοί να ευχόμαστε αυτές τις ημέρες «χρόνια πολλά», να μιλάμε «για την γιορτή της αγάπης και της ελπίδας» και άλλα παρόμοια. Και άλλα παρόμοια και γενικόλογα, που δεν έχουν καμμία απολύτως σχέση με την Ανάσταση του Χριστού, και παγγενή του ανθρώπου. Παίζουμε με εφήμερες ευχές για ένα θέμα ζωής και θανάτου: στην απερισκεψία μας, γινόμαστε κι εμείς «των θεοκτόνων ο εσμός».

    Ακόμα κι όταν, αντί για γενικολογίες περί «ελπίδας» και «αγάπης», μπει λαθραία στις δημόσιες ανακοινώσεις κάποια κουβέντα περί «ανάστασης», ούτε εκεί ξέρουμε συνήθως τί λέμε. Ο Χριστός δεν υποσχέθηκε σε εμάς, στα μέλη του σώματός Του, «ανάσταση ψυχών», «αθανασία της ψυχής» και «αιώνια ζωή του πνεύματος», μια μακαρία κατάσταση με ατέλειωτη χρονική διάρκεια. Μας διαβεβαίωσε για Ανάσταση Σωμάτων, για καινήν γην και καινόν ουρανόν. Για την τελική ήττα του θανάτου. Για το μεγάλο τραπέζι της βασιλείας του.

    Αυτό δεν κερδίζεται με ατομική προσπάθεια: αυτή δεν επαρκεί ούτε για να μηδενίσει την αμαρτία ούτε για να ακυρώσει την φθορά. Καμμία αρετή δεν νικάει τον θάνατο. Καμμία καλή συμπεριφορά μας δεν τον ξεπερνάει, καμμία άσπιλη ηθική δεν τον λαβώνει. Δεν επαρκούμε από μόνοι μας γι’  αυτήν τη νίκη. Μόνη μας ελπίδα, η συμπερίληψή μας στο σώμα του Θεού, το «ναι» μας στην κλήση του, η αποδοχή της κενωτικής αγάπης Του. Από δικής μας πλευράς, η αποτυχία μας είναι δεδομένη: στο μόνο που μπορούμε να επιμείνουμε είναι στο «μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» του ληστή, στην επιθυμία να είμαστε μέλη του σώματός του, μέλη της Εκκλησίας του. Η απόκριση είναι έτοιμη: «αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω» (Λουκ 23:39-43).

    Για να ανοιχθεί σε εμάς αυτό το ενδεχόμενο, ο Θεός πεθαίνει, «και Αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο». «Κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας». Ταπεινώνεται, κενούται, νεκρώνεται ο ελευθερωτής: «Ράπισμα κατεδέξατο, ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ. Ήλοις προσηλώθη, ο Νυμφίος της Εκκλησίας. Λόγχη εκεντήθη, ο Υιός της Παρθένου». Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να είμαστε εκεί, στο «τώρα» της Εκκλησίας, για να ζητήσουμε από τον «αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον» να μας φανερώσει την ένδοξή του ανάσταση. Να γεμίσει την κτίση ζωή, και περισσόν ζωής. Να φανερωθεί ξανά ως η Χώρα των Ζώντων, όπου καλούμαστε να γίνουμε πολίτες της.

    Και τότε θα δούμε το άφραστο θαύμα, το μνημείο το κενό, τον θάνατο νικηθέντα και ταπεινωθέντα. Με μία απλή, λιτή φράση στο κενό μνήμα: «Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε». Σηκώθηκε: δεν είναι πια εδώ. Δεν είναι πια νεκρός. Με την ζωή του ζωοποίησε «παγγενή τον Αδάμ», όλο το γένος τον ανθρώπων.

    Το Σάββατο το Μέγα, στη μέση της νύχτας, θα αφήσουμε για λίγο τα πολιτικά και θα ασχοληθούμε με τα όντως ουσιώδη, με τα θέματα «ζωής και θανάτου». Και θα πούμε, μαζί με τον ιερέα, τον λόγο του Χρυσοστόμου:

    «Που είναι, θάνατε, το κεντρί σου; Που είναι, Άδη, η έπαρσή σου; Αναστήθηκε ο Χριστός, και εσύ κατανικήθηκες. Αναστήθηκε ο Χριστός και γκρεμίστηκαν οι δαίμονες. Αναστήθηκε ο Χριστός και χαίρονται οι Άγγελοι. Αναστήθηκε ο Χριστός και κυβερνά η ζωή. Αναστήθηκε ο Χριστός και κανείς νεκρός πια σε μνήμα».

    Εύχομαι σε όλους σας Καλή Ανάσταση. Αληθώς θα αναστηθεί.