Πότε είναι καλό να ξεκινήσει το παιδί μου την Α’ ξένη γλώσσα;

Πότε είναι καλό να ξεκινήσει το παιδί μου την Α’ ξένη γλώσσα;

Πότε είναι καλό να ξεκινήσει το παιδί μου την Α’ ξένη γλώσσα;

Γράφει η Ιουλία Δ. Κατσίκα, πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας ΜΑ, Med.

Τα τελευταία χρόνια, ιδιώς μετά την εισαγωγή της Αγγλικής γλώσσας στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού σχολείου, πολλοί γονείς με ρωτούν πότε θα ήταν καλό το παιδί τους να ξεκινήσει να μαθαίνει Αγγλικά. Η ερώτηση είναι παράδοξη, γιατί στο σχολείο τα Αγγλικά ξεκινούν από την Α’ Δημοτικού, οπότε αυτό σημαίνει πως η επίσημη γραμμή της πολιτείας είναι τα ελληνόπουλα να διδάσκονται την Αγγλική (Α’ ξένη γλώσσα για τους περισσότερους)  από την ηλικία των 6 ετών. Άρα, η απάντηση είναι απλή. «Εφόσον το παιδί σας πηγαίνει σχολείο, στα 6 θα ξεκινήσει με την εκμάθηση ξένων γλωσσών, αρχομένης της Αγγλικής».

Δυστυχώς όμως στην Ελλάδα τα πράγματα είναι πάντα πιο πολύπλοκα από την απλή λογική. Δηλαδή, η ερώτηση του τίτλου παρακάμπτει το σχολικό πλαίσιο μάθησης και αναφέρεται στα απογευματινά μαθήματα. Ο γονιός δηλαδή καθόλου δεν εφησυχάζεται με το γεγονός ότι τα Αγγλικά είναι διδασκόμενο μάθημα από την Α’ δημοτικού και θέλει να ξέρει πότε να στείλει το παιδί του «φροντιστήριο», για να «παίρνει σειρά». Βλέπουμε, λοιπόν, πως, και να ήθελε το σχολείο να κάνει τη δουλειά του, εμείς οι γονείς δεν το αφήνουμε, αφού πριν καν ξεκινήσει η διδασκαλία προτρέχουμε να βρούμε εναλλακτικές πηγές γνώσης. Ενώ, λοιπόν, το ζήτημα του πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να έρθουν τα παιδιά σε επαφή με την ξένη γλώσσα είναι κυρίως γλωσσικό-γλωσσολογικό, στην ελληνική πραγματικότητα γίνεται κυρίως κοινωνικό (πρέπει να εντάξω το παιδί μου και σε άλλη μαθητική κοινότητα πέραν της σχολικής;), αλλά και αποτελεί φυσικά και πολιτική επιλογή, αφού το πότε και πώς θα διδάσκονται τα παιδιά τις ξένες γλώσσες ορίζεται από τους εκάστοτε λειτουργούς του Υπουργείου Παιδείας κ.Θ. Έτσι, με όλα αυτά, το ζήτημα παραγίνεται πολύπλοκο…

Ωστόσο, εν ολίγοις, με την ιδιότητά μου ως καθηγήτρια Αγγλικών Δημοσίου, αλλά και ως κατόχου μεταπτυχιακών διπλωμάτων στην Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία και στην Παιδαγωγική, θα προσπαθήσω να δώσω κάποιες συμβουλές στους γονείς που αγχώνονται μήπως το παιδί τους δεν καταφέρει να γίνει μέτοχος της Αγγλικής και δεν μπορέσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες των καιρών:

1. Από γλωσσολογικής άποψης δεν υπάρχει κατάλληλη ή μη κατάλληλη περίοδος για να έρθει το παιδί σε επαφή με την ξένη γλώσσα. Εξαρτάται από την προσέγγιση που θα γίνει κάθε φορά.

2. Τα παιδιά κάτω των 5 ετών δεν έχουν τόσο κίνητρο μάθησης, όσο κίνητρο επικοινωνίας. Άρα, αν στο περιβάλλον του παιδιού υπάρχει πραγματικό κίνητρο επικοινωνίας σε μια άλλη γλώσσα πέραν της μητρικής (πχ με τη γιαγιά του ή τη νταντά του), το παιδί θα γίνει λειτουργικά δίγλωσσο. Τονίζω όμως τις λέξεις πραγματικό κίνητρο επικοινωνίας. Το να καλωσορίζω το παιδί μου με “Hello” και να του λέω “This is a dog”, ενώ την ίδια στιγμή λέω στον άντρα μου «Γεια σου» και «τάισε το σκύλο» δε δημιουργεί πραγματικές συνθήκες επικοινωνίας με το παιδί στην ξένη γλώσσα.

3. Το να χαίρομαι που το παιδί μου δείχνει την Πέππα και λέει “Peppa pig” ή που μπόρεσα να του μάθω ότι ο σκύλος στα Αγγλικά είναι “dog” είναι φυσιολογικό. Ο γονιός χαίρεται με ό,τι κανούριο παράγει το παιδί του και μπράβο στο μικρό. Η εκφορά ωστόσο τέτοιων λέξεων σε καμιά περίπτωση δε δείχνει ότι το παιδί μου των 4-5 ετών που έτσι κι αλλιώς είναι σε μιμητικό στάδιο έχει ξεκινήσει να μιλάει Αγγλικά, εκτός κι αν το προορίζω για κράχτη σε ταβέρνα στη Σαντορίνη “Here, fish, souvlaki, come”.

4. Ο στόχος πλέον της παιδαγωγικής δεν αφορά το μαθησιακό αποτέλεσμα ως επίτευξη, αλλά τον αντίκτυπο που θα έχει αυτό στην προσωπικότητα του παιδιού. Δεν μας ενδιαφέρει απλώς τι θα μάθει το παιδί, αλλά κυρίως πώς μέσα από τη μαθησιακή διαδικασία θα ενδυναμώσει το χαρακτήρα του, θα μάθει πώς να μαθαίνει και θα γίνει αυτόνομος-ή χρήστης των γνώσεών του, οι οποίες θα τον/την ακολουθούν και θα εξελίσσονται σε όλη τη μετέπειτα ζωή.

Συμπερασματικά, ΝΑΙ, στη σημερινή εποχή η ορθή χρήση των ξένων γλωσσών είναι από τα πιο σημαντικά εργαλεία για να εξελιχθεί κανείς σε ένα ανταγωνιστικό και εξωστρεφές περιβάλλον εργασίας και δράσης γενικότερα και ΝΑΙ, η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας πρέπει να ξεκινάει νωρίς, για να γίνεται βίωμα και να ενισχύεται παράλληλα με τη μητρική, ώστε κυρίως το παιδί να νιώθει αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση με αυτά που μπορεί να κάνει, ΑΛΛΑ, κατά τη γνώμη μου, αυτό που προέχει δεν είναι η γνώση αυτή καθ’ εαυτή, αλλά η ετοιμότητα για τη γνώση. Γι’ αυτό, αν τυχόν εντάξετε το παιδί σας πρώιμα σε κάποιο οργανωμένο πλαίσιο μάθησης τύπου «δραστηριότητα», να βεβαιωθείτε ότι το παιδί σας εκεί πιάνει τα χέρια των άλλων παιδιών, κάνει φιλίες και χαίρεται, γιατί το παιδί που είναι συναισθηματικά πλήρες όχι μόνο θα καταφέρει να κατακτήσει μία ή περισσότερες ξένες γλώσσες, αλλά θα καταφέρει να φτάσει στα όρια των δυνατοτήτων του, πράγμα που είναι και το πραγματικό ζητούμενο μιας πολύχρονης και απαιτητικής πορείας στα θρανία.

Τέλος, τα πάντα στη ζωή είναι ένα σύστημα γνώσεων, δράσεων και αξιών, γι’ αυτό ας μην υποτιμάμε το ρόλο του σχολείου ως βασικού μοχλού στο σύστημα αυτό κατά τα χρόνια πριν την ενηλικίωση.