Η Παιδεία εργαλείο στα χέρια του λαού για επιβράβευση όλων των...

Η Παιδεία εργαλείο στα χέρια του λαού για επιβράβευση όλων των νέων

( Το άρθρο γράφτηκε απαντώντας στο προ ημερών άρθρο του κ. Μαντάνη με τίτλο «Ξανά πίσω στη δεκαετία του ’80;»)

Για να διαβάσετε το άρθρο του κ. Μαντάνη πατήστε εδώ.

Το μέλλον ανήκει στους νέους και η ελπίδα να φτιάξουν αυτό που τους αξίζει, βρίσκεται στο κοινωνικό κράτος. Οτιδήποτε προβληματίζει και βοηθάει θετικά σε αυτή την κατεύθυνση είναι κίνηση προς τα εμπρός, πράγμα που έχει ανάγκη και απαιτεί η κοινωνία.

Η συντηρητική ιδεολογία έχει μεγάλη ευθύνη για την μετριοκρατία και κομματοκρατία και αυτό το γνωρίζει. Πρωτοστάτησε δια γυμνού οφθαλμού σε αυτό και δεν πρέπει να «ποιεί τον Σήφη δακρύζοντα» (κροκοδείλια δάκρυα). Ποιος καλλιέργησε και εξέθρεψε τη διαπλοκή και τη συμπόρευση εκφραστών της μετριοκρατίας και ανάμεσα στους πανεπιστημιακούς δασκάλους και τους φοιτητές και κατέστησε το πανεπιστημιακό σύστημα έρμαιο κομματικών παρεμβάσεων οδηγώντας το στα γνωστά αδιέξοδα των τελευταίων δύο δεκαετιών;

Είναι παγκοσμίως παρωχημένη πλέον η πραγματικότητα της δεκαετίας του 1980; Να συμφωνήσουμε. Αλλά σε ποια σημεία; Δεν μπορεί να επικαλείται κανείς ανανέωση και επίλυση κάποιων δήθεν ή υπαρκτών προβλημάτων και να σαρώνει τα πάντα, προς όφελος των ιδιωτών και να θεωρεί αναχρονισμό τη δημόσια δωρεάν Παιδεία. Οι αλλαγές στη δεκαετία του 1980 απελευθέρωσαν δημιουργικές δυνάμεις στα πανεπιστήμια. Αυτό καλούμαστε να κάνουμε και σήμερα κι αυτό κατά κανένα τρόπο δεν αποτελεί επιστροφή στο παρελθόν. Όσοι, δε, επικαλούνται το αντίθετο, δε φθάνει να κατηγορούν. Θα πρέπει και να αποδεικνύουν. Όσον αφορά το θέμα της αριστείας, δεν τίθεται θέμα πολεμικής της, αλλά διαφορετικής προσέγγισής της. Δυστυχώς στο πρόσφατο παρελθόν υπήρξαμε μάρτυρες διακηρύξεων της αριστείας για λόγους διάκρισης (των διακηρυττόντων) και μόνον. Όμως η αριστεία δεν κάνει θόρυβο (σαν δοχείο κενό), αλλά αναγνωρίζεται. Η αριστερά δεν χτίζει αποκλειστικές (με μεγάλο κόστος) δομές για την υπαρκτή αριστεία των ολίγων, δεν πολεμά την πραγματική αριστεία. Την αποδέχεται κι αυτό αποδεικνύεται κι από παγκόσμιες και εθνικές εμπειρίες. Από την άλλη, η συντήρηση, σε μία δήθεν λατρεία της κακώς νοούμενης αριστείας, αγκάλιασε επικίνδυνες θεωρίες, ταξικών επιλογών, ακόμη και της ευγονικής. Η αριστερά δεν πολεμά την αριστεία, αλλά επιχαίρει για την διάκριση (αρίστευση) των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων προς όφελος της κοινωνίας και όχι των μονοπωλίων και των κρυφών και απρόσωπων μετόχων.

Ναι, πρέπει να προηγηθεί για πολλά από τα προτεινόμενα θέματα αλλαγών στην Παιδεία, ουσιαστικός, δημόσιος και καθολικός διάλογος. Στα προηγηθέντα βέβαια νομοσχέδια της συντήρησης, αυτός ο διάλογος δεν ήταν επαρκής και ουσιαστικός, πράγμα ορατό σήμερα στα ΑΕΙ. Ο 4009/2011, λένε ότι υπερψηφίστηκε με δήθεν «πρωτοφανή πλειοψηφία», αλλά σίγουρα με πρωτοφανείς και κλιμακούμενες αντιδράσεις (καθώς αναδεικνύονταν οι σοβαρές του υστερήσεις και καταστροφικές του συνέπειες). Τώρα βέβαια, δικαιωματικά, το Υπουργείο ζητάει επαρκή χρόνο διαβούλευσης και η ακαδημαϊκή κοινότητα πρέπει να συμμετάσχει, παρά τις ασφυκτικές συνθήκες που δημιουργεί η οικονομική κρίση. Το παρόν νομοσχέδιο είναι «μεταβατικό» πλαίσιο και επίκειται άμεσα πλήρες νομοσχέδιο που θα αναδείξει το όραμα της νέας ηγεσίας του ΥΠΟΠΑΙΘ. Δεν κάνει εμβαλωματικές- βεβιασμένες τροποποιήσεις, αλλά άμεσες και αναγκαίες τομές. Δεν αποτελεί προϊόν κλειστών διασκέψεων, αλλά αγωνία της ακαδημαϊκής κοινότητας. Δεν είναι προϊόν μεταρρυθμιστικής λογικής, αλλά η αρχή ενός οράματος, του δημόσιου ΑΕΙ και σίγουρα προσπαθεί να αποκαθηλώσει τον 4009/2011.

Βέβαια υπάρχουν και ξεκαθαρισμένα, άμεσα και ίσως και επείγοντα θέματα. Για παράδειγμα, τα Συμβούλια Ιδρύματος «καταξιωθήκανε» κυρίως στα κεντρικά Πανεπιστήμια σαν «επιτροπές λογοκρισίας», αποκλεισμού συμμετοχικών διαδικασιών και εκλέχτηκαν χωρίς αποδοχή. Δεν προσφέρανε απολύτως τίποτε, ούτε κατ’ ελάχιστον. Τα μέλη τους αδρανοποιηθήκαν, ενεπλάκησαν σε αντιδικίες και μικρούς στόχους. Η σύνθεση των ΣΙ, όπου ήταν σημαντική δεν συμπορευότανε με το αντίστοιχο έργο τους. Οι στόχοι των ΣΙ, εκ του νόμου, δεν αιτιολογούσανε την ύπαρξή τους και δυστυχώς για την συντηρητική αντιπολίτευση, αυτό ήταν γνωστό εδώ και καιρό στα ΑΕΙ. Η (για πρώτη φορά αριστερή) κυβέρνηση, έρχεται να αποτελειώσει, μία τελειωμένη υπόθεση, τα ΣΙ. Εδώ συμφωνούν ακόμη και οπαδοί της συντηρητικής αντιπολίτευσης. Ακόμη και αν οι προθέσεις των ΣΙ ήταν για «τον αμοιβαίο ουσιαστικό έλεγχο των διαφορετικών οργάνων της διοίκησης των Ιδρυμάτων, την ενίσχυση της αυτοδιοίκησης και της αποδέσμευσής τους από τον κρατικό έλεγχο, τη διαμόρφωση στρατηγικής για την ανάπτυξη και την εξωστρέφειά τους, τη σύνδεσή τους με την κοινωνία και το διεθνές γίγνεσθαι», δεν έπεισαν, δεν παρήγαγαν έργο. Αρνητικό μόνο έργο παρήγαγαν με αποκλεισμούς υποψηφίων, κ.λπ. Αυτοί που πολέμησαν τη Διαύγεια, τη διαφάνεια, τον ΑΣΕΠ και τον έλεγχο από τα κάτω ισχυρίζονται ότι στη θέση των καταργούμενων Συμβουλίων, δεν δημιουργεί η αριστερή συγκυβέρνηση κανένα ισχυρό θεσμικό όργανο με ελεγκτικές και εποπτικές αρμοδιότητες. Το αντίθετο όμως συμβαίνει, γιατί, με τη διεύρυνση της συμμετοχικής δημοκρατίας, αυτό επιτυγχάνεται. Δεν υπάρχει σοβαρός Ακαδημαϊκός που φανερά δεν θέλει τον έλεγχο των αυτοδιοικούμενων ΑΕΙ. Οι συνταγές και λύσεις λείπουν και σίγουρα δεν βρίσκονται στην κατασυκοφάντηση των δημοσίων ΑΕΙ, στην ιδιωτικοποίηση της Παιδείας, στις αστοχίες της «Αθηνάς Ι» (συγχωνεύσεις και καταργήσεις), που τόσο έπληξαν και την πόλη της Καρδίτσας. Κάποιοι έχουν ευθύνη για την «Αθηνά Ι».

Δεν υπάρχει βιασύνη για μεταβολές. Απαίτηση και αναγκαιότητα υπάρχει. Τα ΑΕΙ του κέντρου είχαν τεράστια προβλήματα ακαδημαϊκής συναίνεσης και λειτουργικότητας. Τα ΣΙ είναι νεκρά, δεν έχουν απολογηθεί σε κανένα. Τι να ελέγξουν, όταν είναι μη ελεγχόμενα;

Τη χρηματοδότηση των πανεπιστημίων και την κάλυψη των αυξανόμενων ελλείψεων διδακτικού προσωπικού όλων των κατηγοριών, και καλά, τώρα, μετά τις εκλογές του 2015, την ανακάλυψαν οι θιασώτες του νόμου Διαμαντόπουλου; Τώρα; Αυτοί που αποψίλωσαν τα ΑΕΙ από Επιστημονικούς συνεργάτες και έσπρωξαν στην ανεργία (και στην ξενιτειά) εξειδικευμένους νέους επιστήμονες; Η νέα κυβέρνηση τουλάχιστον διαπραγματεύεται με τους εταίρους της ΕΕ, δεν λέει πάντα ναι, ούτε γυρνάει πίσω από τις Βρυξέλλες φορτωμένη με φόρους. Δυστυχώς, αυτοί που συκοφάντησαν τα δημόσια ΑΕΙ, τώρα χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για τις δυσκολίες που έχουν, γιατί χάσανε την πρωτοβουλία των κινήσεων και το κράτος λάφυρο που έχουν ληστέψει για 70 χρόνια.

Η νέα ηγεσία λοιπόν του ΥΠΟΠΑΙΘ μεταβάλλει τα κύρια στοιχεία της διοικητικής δομής των πανεπιστημίων, της ακαδημαϊκής διάρθρωσης, και της εξέλιξης των καθηγητών επί το δημοκρατικότερο και μετά από επιτακτική ανάγκη και απαίτηση της εκπαιδευτικής κοινότητας. Σαφώς και δεν καθαιρεί τις υφιστάμενες διοικήσεις, αλλά μόνον τα ήδη αχρηστευμένα ΣΙ και εκδημοκρατίζει τον μελλοντικό τρόπο εκλογής τους.

Η συντήρηση, η αντιδραστικότητα πάντα ήταν χαρακτηριστικό της δεξιάς (κοινωνικά αποδεδειγμένο, αλλά και στα ΑΕΙ αποδεδειγμένο) και κανείς δεν θα της το αφαιρέσει, ούτε μπορεί να της το αμφισβητήσει, όσο και να προσπαθήσει.
Η φοιτητική εκπροσώπηση στη Γενική Συνέλευση του Τμήματος στη βασική ακαδημαϊκή μονάδα του ΑΕΙ ήταν απούσα αυτό τον καιρό με τους νόμου Διαμαντοπούλου. Οι σπουδαστές δεν γνώριζαν τι συμβαίνει στο Τμήμα τους. Η επανεισαγωγή της συμμετοχής των φοιτητών στις εκλογές των Πρυτάνεων έχει το κοινωνικό και πολιτικό της περιεχόμενο. Δεν ενισχύονται οι παρατάξεις, αλλά ο απλός σπουδαστής. Η κατάχρηση ανήκει σε συγκεκριμένους χώρους. Ας βοηθήσουμε όλοι, να μη γίνει. Η δημοκρατία λειτουργεί δύσκολα, ιδίως όταν την πυροβολείς. Όπου δεν δίνεται διέξοδος στα πολιτικά κόμματα για «άντληση στελεχών» του υποτιθέμενα «πτωχευμένου πολιτικού συστήματος», αντλεί στελέχη ο φασισμός. Και είναι λυπηρό αυτό να επιτρέπεται από θιασώτες του κοινοβουλευτισμού. Το φαινόμενο Μπαλτάκου στην αυλή των ΑΕΙ.

Επαναφέρει και ενισχύει η φοιτητική εκπροσώπηση την υπάρχουσα δομή διαπλοκής, εκμαυλισμού των φοιτητών; Όχι βέβαια, τουλάχιστον δεν είναι πρόθεση. Ωστόσο από τα αποτελέσματα κρίνονται οι νόμοι. Η αριστερά πιστεύει στον φοιτητή /σπουδαστή ΠΟΛΙΤΗ και όχι στον άβουλο πελάτη μιας ιδιωτικής σχολής. Η συμμετοχή των νέων τους καθιστά υπεύθυνους, συνυπεύθυνους και εγγυάται τον ποθητό έλεγχο των λειτουργιών και δομών. Άλλοι ωθήσανε τους νέους στη συναλλαγή και τον εκμαυλισμό και αυτό το ψάχνουμε όσο βαθειά θέλουν οι φιλοκατήγοροι της για πρώτη φορά αριστεράς (και όποιος πολίτης το επιθυμεί). Θα γεμίσουμε με ενδιαφέρουσες δημοσιογραφικές εκπομπές στα ΜΜΕ κόντρα στα απολιτικά πρωϊνάδικα της για τελευταία φοράς δεξιάς. Και για να τελειώνουμε, κανένα στοιχείο του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος δεν αποδομείται έτσι. Και η κινδυνολογία έχει τα όριά της, γιατί η προηγούμενη διακυβέρνηση είναι αυτή που αποδόμησε και κατασυκοφάντησε τα ΑΕΙ με μόνο στόχο την ιδιωτικοποίησή τους.

Το πανεπιστημιακό άσυλο, τέλος, (ακαδημαϊκές ελευθερίες, ελεύθερη διακίνηση ιδεών και δικαίωμα στη γνώση, μάθηση και εργασία) είναι στοιχείο του ακαδημαϊκού μας πολιτισμού. Το «πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι» λειτουργεί σαν λογικός και αντιδημοκρατικός αυτοματισμός και δυστυχώς έχει βαθειά συντηρητικές σκοπιμότητες. Η αναγνώριση του όρου «πανεπιστημιακό άσυλο» ακόμη και με τη διατύπωση του ν.3549/2007 («νόμος Γιαννάκου») επιβεβαιώνει το δικαίωμα του πανεπιστημίου να απολαμβάνει τις ίδιες συνθήκες δημοκρατίας, ελευθερίας και ασφάλειας που και η υπόλοιπη κοινωνία έχει κατακτήσει με πολλούς αγώνες, θυσίες αλλά και με αίμα.

Εν κατακλείδι, με ιδεοληπτικές προσεγγίσεις διακατέχονται ίσως όλες οι πολιτικές δυνάμεις. Δεν αρκεί όμως να κατηγορεί κανείς μόνον τον αντίπαλό του, αλλά να κοιτάζεται και στον καθρέφτη ο ίδιος. Σε διαχρονικό «ράβε-ξήλωνε» στο χώρο της εκπαίδευσης έχουν επιδοθεί τα μνημονιακά κόμματα εξουσίας. Είναι άδικο να χρεώνεται σήμερα κάτι τέτοιο η κυβέρνηση της αριστεράς, 3 μήνες μετά τις πρόσφατες εκλογές. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αντίθετο στην διαλεκτική από το να απαντάμε και να τοποθετούμαστε σε εικονικές προθέσεις ενός πολιτικού μας αντιπάλου. Να τον παραμορφώνουμε και να τον εκθέτουμε σε προθέσεις – απόψεις που δεν έχει. Όλοι όσοι γνωρίζουν ή και βιώνουν το χώρο των ΑΕΙ (πανεπιστήμια και ΤΕΙ), γνωρίζουνε καλά τι πρέπει να γίνει. Είναι καιρός να αποβάλλουμε τις ιδεολογικές αγκυλώσεις που μας αναστέλλουν και παρεμποδίζουν την κίνηση προς τα εμπρός στο όνομα της κοινωνίας και των αναγκών της .