Στέβια μέρος 1ο: Το φυτό και η ιστορία του

Στέβια μέρος 1ο: Το φυτό και η ιστορία του

Στέβια μέρος 1ο: Το φυτό και η ιστορία του

Το φυτό Στέβια είναι ένας μικρός, πολύκλαδος, φυλλώδης, πολυετής θάμνος που αυτοφύεται ως ιθαγενές είδος, στη Βορειοανατολική Παραγουάη κοντά στα σύνορα με τη Βραζιλία. Ζει 4-6 χρόνια και το ύψος του μπορεί να φτάσει κατά την περίοδο της συγκομιδής το ένα μέτρο ή και να το ξεπεράσει, σε φυτείες που προορίζονται για σποροπαραγωγή. Αποτελούσε επί εκατοντάδες χρόνια την παραδοσιακή γλυκαντική ουσία των αυτοχθόνων ιθαγενών της φυλής των Γκουαρανί.

Τα φύλλα του περιέχουν γλυκαντικές ουσίες, που είναι εξήντα έως ογδόντα φορές γλυκύτερες της ζάχαρης, ενώ το τελικό προϊόν που εξάγεται με φυσικό τρόπο, με τη μέθοδο της εκχύλισης, είναι τριακόσιες φορές γλυκύτερο. Ο κορμός του είναι πλούσιος σε πράσινες χρωστικές ουσίες, ενώ τα υπολείμματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμη ύλη με τη μορφή των pellets.

Θεωρείται από πολλούς ως το γλυκαντικό της επόμενης χιλιετίας, όχι τόσο για την γλυκαντική του αξία, όσο για τις μηδενικές του θερμιδικές ιδιότητες και τις ευεργετικές επιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό. Μακροχρόνια μειώνει την υψηλή αρτηριακή πίεση  και τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, αφού ενεργοποιεί την έκκριση ινσουλίνης. Μαλακώνει τα ανθρώπινα κύτταρα με αποτέλεσμα τη μείωση εγκεφαλικών και καρδιακών επεισοδίων. Εξαιτίας αυτής της ιδιότητας χρησιμοποιείται και για την παρασκευή καλλυντικών. Εμποδίζει τη δημιουργία τερηδόνας, έχει αντιοξειδωτικές, αντιβακτηριδιακές, αντιφλεγμονώδεις  και αντιιογόνες ιδιότητες.

Οι μηδενικές θερμίδες, κατά την κατανάλωση του προϊόντος, βοηθούν στην πρόληψη της παχυσαρκίας, που αποτελεί μάστιγα των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Στην Ιαπωνία, όπου επίσημα η χρήση της Στέβια ως γλυκαντικής ουσίας άρχισε το 1971, αφού το 1970 απαγορεύτηκε η χρήση χημικών γλυκαντικών ουσιών, μέχρι σήμερα η ζάχαρη αντικαταστάθηκε σε ποσοστό που ξεπερνά το 50%. Το ποσοστό της παχυσαρκίας σε νέους άνω των είκοσι ετών στην ασιατική χώρα ανέρχεται στο 24% σε αντίθεση με τις χώρες της Ε.Ε και τις Η.Π.Α όπου τα αντίστοιχα ποσοστά φτάνουν ή και ακόμα ξεπερνούν το 60%.

Η Στέβια είναι κατάλληλη για μαγειρική χρήση, γιατί υπερτερεί έναντι των χημικών γλυκαντικών ουσιών, αφού αντέχει σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες (έως 200 °C) στις οποίες οι άλλες συνθετικές ουσίες (π.χ ασπαρτάμη) δεν αντέχουν και διασπώνται.

Το φυτό χρησιμοποιείτο επί αιώνες από ιθαγενείς της Λατινικής Αμερικής και χρειάστηκε πολλά χρόνια, για να γίνει γνωστό στον υπόλοιπο κόσμο. Στην Ευρώπη οι ιδιότητες και χρήσεις αυτού του «μαγικού» φυτού (ονομάστηκε αργότερα Στέβια) είχαν γίνει γνωστές  κατά τον 16ο αιώνα από το βιβλίο του Ισπανού ιατρού-βοτανολόγου Francisco Hernandez «Φυσική Ιστορία των φυτών της Νέας Ισπανίας», όπου αναφέρει τη χρήση του ως γλυκαντικό και ως ιατρικό φάρμακο με θεραπευτικές ιδιότητες (Lewis, 1992).Το 1887 ο Sandiago Bertoni έκανε ξανά γνωστή τη Στέβια στο δυτικό κόσμο, όταν έκανε τη βοτανική ταξινόμηση της μαζί με τον Παραγουανό συνάδελφο του Rebaudi, που της έδωσαν την σημερινή διεθνή, επιστημονική βοτανική της ονομασία Stevia rebaudiana Βertoni. Η λέξη Stevia για το γένος δόθηκε προς τιμήν του Παραγουανού καθηγητή Stevius και οι άλλες δύο ονομασίες προέρχονται από τα ονόματα των προαναφερθέντων ερευνητών. Το 1908 ήταν η πρώτη χρονιά που το φυτό αυτό καλλιεργήθηκε και έγινε συγκομιδή του. Από τότε και έπειτα διαδόθηκε σε πολλές περιοχές της νοτίου Αμερικής. Το 1913 στο Αμβούργο της Γερμανίας έγινε η πρώτη ανάλυση φύλλων  Στέβια  και φάνηκαν τα πολλά πλεονεκτήματα της καλλιέργειας.Το 1918  Αμερικανοί επιστήμονες εισηγήθηκαν στην Αμερικανική Κυβέρνηση την έγκριση χρήσης της Στέβια στις ΗΠΑ, λόγω των σημαντικών ιδιοτήτων της και της δημοτικότητάς της ως γλυκαντικής ουσίας και πρότειναν την καλλιέργεια της, ως φυτό με μεγάλη εμπορική προοπτική. Η αναμενόμενη έγκριση της αναβλήθηκε, λόγω παρέμβασης των εταιριών παραγωγής ζάχαρης, οι οποίες προέβλεψαν την απειλή από την έγκριση χρήσης της Στέβια, ενώ πίεσαν αποτελεσματικά την κυβέρνηση να μην επιτρέψει τη χρήση της.Το 1931 στη Γαλλία χημικοί απομόνωσαν και μελέτησαν τη χημική σύσταση των δύο πιο σημαντικών γλυκαντικών ουσιών της  Στέβια, δηλαδή τη Στεβιοσίδη και Ρεμπαουντιοσίδη Α, που είναι υπεύθυνες για τη γλυκιά της γεύση.Το 1941 στην Αγγλία στη διάρκεια του Β’ παγκόσμιου πόλεμου, λόγω της μεγάλης έλλειψης της ζάχαρης, Άγγλοι επιστήμονες πρότειναν στην κυβέρνηση την καλλιέργεια της Στέβια και τη χρήση της ως υποκατάστατο της ζάχαρης και μάλιστα υπήρξε δοκιμαστική καλλιέργεια και παραγωγή Στέβια. Μετά τον πόλεμο, το θέμα της Στέβια ξεχάστηκε.Το 1950 οι Ιάπωνες, μετέφεραν φυτά της Στέβια στην Ιαπωνία, έκαναν έρευνες και πειραματικές καλλιέργειες, ανέπτυξαν πολλές ποικιλίες της Stevia rebaudiana με μεγαλύτερη περιεκτικότητα στις γλυκαντικές ουσίες stevioside και rebaudioside Α. Τελικά ασχολήθηκαν με την καλλιέργεια της σε εμπορική κλίμακα και έκαναν συμβάσεις καλλιέργειας της με αγρότες στην Κίνα.Το 1952  στις ΗΠΑ, ειδικοί επιστήμονες αποφάνθηκαν και πάλι υπέρ της Στέβια και εισηγήθηκαν τη χρήση της, ως το πιο ισχυρό φυσικό γλυκαντικό χωρίς παρενέργειες, αλλά ταυτόχρονα επεσήμαναν την ανάγκη της καλλιέργειάς της, τονίζοντας και πάλι την υπεροχή της έναντι της ζάχαρης και των υποκατάστατών της καθώς και την αναπόφευκτη εμπορική προοπτική της.

Το 1970 στην Ιαπωνία, εγκρίθηκε η χρήση της Στέβια ως τρόφιμο και ως υποκατάστατο της ζάχαρης, ενώ ταυτόχρονα απαγορεύτηκε η χρήση των χημικών γλυκαντικών ουσιών. Σήμερα η Στέβια κατέχει το 50% της αγοράς γλυκαντικών ουσιών της Ιαπωνίας.Το 1970 στην Κίνα, οι επιστήμονες ανακάλυψαν τη μέθοδο φυσικής εκχύλισης της Στέβια, χωρίς τη χρήση χημικών ουσιών, μία μέθοδος που ακολουθείται έως και σήμερα. Το 1980 η Στέβια έκανε την επίσημη είσοδο της στην παγκόσμια αγορά. Η αμερικανική εταιρία Lipton Tea company πίεσε και πέτυχε την έγκριση από την κυβέρνηση των ΗΠΑ για χρήση της Στέβια ως ρόφημα (τσάι), αλλά και ως γλυκαντικό κυρίως για τους διαβητικούς, αφού είναι χωρίς θερμίδες, επικαλούμενη σχετικές μελέτες για την ασφαλή, για την υγεία, χρήση της. Μετά από διαμαρτυρίες, που προέρχονταν από εταιρεία παραγωγής της ασπαρτάμης, η κυβέρνηση ανακάλεσε την απόφαση της  και μάλιστα διέταξε την καταστροφή όλων των φυτών και των προϊόντων της Στέβια στις ΗΠΑ, χαρακτηρίζοντας την σχεδόν ως ναρκωτικό, μη ασφαλές για την υγεία.Το 1991 στις Ηνωμένες Πολιτείες, απαγορεύθηκε η εισαγωγή  και η χρήση της Στέβια, ως γλυκαντικής ουσίας, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη για την επικινδυνότητά της, ούτε στους καταναλωτές της Λατινικής Αμερικής, ούτε και στους καταναλωτές των χωρών και κυρίως της Ιαπωνίας, όπου το προϊόν κυκλοφορούσε επί  πολλά χρόνια.Το 1994 η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση των ΗΠΑ, ενέδωσε στις πιέσεις καταναλωτών και παραγωγών Στέβια και επέτρεψε την κυκλοφορία της, υπό τον όρο να χαρακτηρίζεται ως «συμπλήρωμα διατροφής», ενώ  απαγορεύτηκε να χαρακτηρίζεται ως τρόφιμο και ως υποκατάστατο της ζάχαρης. Το 1999 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρνήθηκε την έγκριση της Στέβια ως τρόφιμο ή συστατικό τροφίμων, εξαιτίας της ανεπάρκειας δεδομένων που   να αποδεικνύουν την ασφάλειά τους, αγνοώντας τις θετικές εισηγήσεις των ερευνητών του Βελγικού Καθολικού πανεπιστημίου Λουβαίν. Επομένως, τα τρόφιμα και τα ροφήματα που περιείχαν το φυτό Στέβια ή  συστατικά του, δεν ήταν εγκεκριμένα από την αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τότε έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές μελέτες, με σκοπό τη διερεύνηση της ασφάλειας της Στέβια. Οι πρώτες πειραματικές καλλιέργειες του φυτού στη Νότια Ευρώπη (Ισπανία) έδειξαν την προσαρμοστικότητά της.

Το 2006 η ΕΕ, μέσω του ταμείου καπνού, άρχισε πειραματικές καλλιέργειες στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία και στην  Ιταλία με επιδότηση της έρευνας.Το 2007 οι εταιρίες COCA-COLA, PEPSI και LIPTON TEA άρχισαν να έχουν θετική στάση υπέρ της Στέβια. Το 2008 εγκρίθηκε η Στέβια στην Αυστραλία και  στη Ν. Ζηλανδία και το 2009 κυκλοφόρησαν στην αγορά sugar free προϊόντα τους με γλυκαντικό την Στέβια.

Στις ΗΠΑ δόθηκε τελικά η έγκριση χρήσης της Στέβια ως τρόφιμο μόλις στις 20.12.2008 κάτω από τις πιέσεις μεγάλων εταιριών (PEPSI-COLA, COCA- COLA και LIPTON TEA), αλλά και των καταναλωτικών οργανώσεων στην Αμερική. Το 2009 αρκετές γνώμες εμπειρογνωμόνων, όπως η Μεικτή Ειδική Επιτροπή των FAO/WHO για τα Πρόσθετα των Τροφίμων (FAO/WHO Expert Committee on Food Additives – JECFA) και ο Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (American Food and Drug Administration – FDA), δήλωσαν ξεκάθαρα ότι η χρήση καθαρών γλυκοζιτών στεβιόλης (≥ 95%) είναι ασφαλής για ανθρώπινη κατανάλωση. Η JECFA καθιστά ως αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη την πρόσληψη 0-4 mg ανά kg σωματικού βάρους, το οποίο ισοδυναμεί με καθημερινή δόση έως και 240 mg για μια γυναίκα 60 κιλών ή 280mg για έναν άνδρα 70 κιλών.

Η Γαλλία το 2010 ενέκρινε για δύο έτη τη χρήση της ρεμπαουντιοσίδης A με 97% καθαρότητα στα τρόφιμα και τα ροφήματα. Το Μάρτιο του 2010 η EFSA (Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων) γνωμοδότησε ότι οι γλυκοζίτες της Στέβια δεν είναι καρκινογενείς ή τοξικοί, ενώ δεν βλάπτουν την ανθρώπινη αναπαραγωγή και ανάπτυξη. Ως «αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη» ορίστηκαν τα 4 μικρογραμμάρια γλυκοζίτη ανά κιλό σωματικού βάρους και ανά ημέρα. Αυτή η απόφαση αύξησε αισθητά τις ελπίδες των Ελλήνων αγροτών ότι η καλλιέργεια της Στέβια θα καταστεί νόμιμη στο επόμενο χρονικό διάστημα.

Στις 11-11-2011 η Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει την έγκριση της Στέβια ως τρόφιμο και ποτό, με αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη τα 4 μικρογραμμάρια γλυκοζίτη ανά κιλό σωματικού βάρους και ανά ημέρα. Έτσι από τις 2-12-2011 με την απόφαση της Ε.Ε.  γίνεται πλέον νόμιμη η χρήση στις ευρωπαϊκές χώρες.

SHARE
Ο Παναγιώτης Κ. Ζαχοκώστας γεννήθηκε στην Καρδίτσα στις 2 Νοεμβρίου του 1985. Αποφοίτησε από το 3ο Ενιαίο Λύκειο Καρδίτσας και σπούδασε στο Τμήμα Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής του Γεωπονικού Πανεπιστήμιου Αθηνών. Το 2009, στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού προγράμματος ανταλλαγής φοιτητών Erasmus φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Corvinus της Βουδαπέστης. Το 2011, μετά το πέρας των σπουδών και της στρατιωτικής του θητείας επέστρεψε στην γενέτειρά του όπου συνεχίζει τα ερευνητικά του πειράματα στο φυτό Στέβια, και απασχολείται από γνωστή εταιρεία λιπασμάτων. Μιλά άπταιστα αγγλικά και γαλλικά.