Κινηματογράφος και γούστο

Κινηματογράφος και γούστο

Κινηματογράφος και γούστο

Το παλιό ερώτημα σχετικά με το τι είναι μια αντικειμενική κρίση και σε ποιό βαθμό υπεισέρχεται ο υποκειμενικός παράγοντας κατά την αξιολόγηση καταστάσεων/πραγμάτων/απόψεων αφορά φυσικά και στον κινηματογράφο και στην πραγματικότητα τίθεται κάθε φορά που καλούμαστε να απαντήσουμε αν μία ταινία είναι καλή ή κακή. Ευθύς εξαρχής να δηλώσουμε ότι μπορεί να υπάρξει ένας τέτοιος διαχωρισμός ανάμεσα σε καλές και κακές ταινίες, ενώ παράλληλα υπάρχει κι ένας διαχωρισμός που προκύπτει απ’ το γούστο του καθενός και εκφράζεται με δηλώσεις του τύπου μ’ αρέσει/δε μ’ αρέσει. Ο πρώτος διαχωρισμός απορρέει απ’ το γεγονός ότι το σινεμά είναι τέχνη και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται. Πράγμα που σημαίνει ότι αποτελεί ένα σύνολο από κώδικες, σημεία, υλικά μέσα κτλ. που υπάγονται ως ένα βαθμό σε συγκεκριμένες δομές, οι οποίες αναλυόμενες διαμορφώνουν τα κριτήρια αξιολόγησης. Συνοπτικά μερικά από αυτά τα κριτήρια θα μπορούσαν να είναι: το άρτιο αισθητικό στίγμα της ταινίας, η συνεκτικότητα της όποιας πλοκής, η ιδιαιτερότητα του ύφους, η πρωτοτυπία της προσέγγισης, η καθολική απεύθυνση του θέματος, η συνθετότητα των ιδεών, τα προσεγμένα διαλογικά μέρη και άλλα. Αν σε μια ταινία πληρούνται όλα τα κριτήρια τότε μιλάμε για το «Vertigo» του Χίτσκοκ. Ή για το «Dolce Vita» του Φελίνι, ας πούμε.

Films

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν και ταινίες που χωρίς να ανήκουν στην πιο πάνω κατηγορία μας αρέσουν γιατί επί παραδείγματι μας θυμίζουν μια προσωπική στιγμή, μας κεντρίζουν με τον τρόπο τους ή απλά μας διασκεδάζουν. Αφήνοντας το θέμα περί αντικειμενικότητας ανοιχτό απλά να πούμε πως τα κριτήρια ποτέ δεν είναι επαρκή και πειστικά, αλλά πως επίσης το γούστο μπορεί πάντα να εξελίσσεται. Οπότε, συνδυάζοντας τις παραπάνω επισημάνσεις, προκύπτει το θέμα, αν μη τι άλλο πολύπλοκο, γιατί να βλέπουμε και να μας αρέσουν ως επί το πλείστον κακές ταινίες.

Ο τύπος των ταινιών που κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά και ενδιαφέρουν την πλειονότητα του κοινού είναι σχεδόν μοναδικός και περιλαμβάνει σε ίσες δόσεις ρομάντζο, περιπέτεια και χιούμορ, εξελισσόμενα με ταχείς ρυθμούς και εκκωφαντικούς ήχους. Πρόκειται για ένα κινηματογράφο με μονοδιάστατο στυλ, χωρίς το προσωπικό στίγμα του σκηνοθέτη και συν τοις άλλοις βαθύτατα συντηρητικό από πλευράς ιδεολογίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι δύο οποιεσδήποτε τέτοιες ταινίες, ακόμα και διαφορετικού είδους και σε διαφορετικούς χρόνους, είναι τελικά σχεδόν πανομοιότυπες (π.χ. Armageddon του 1998 και Fast & Furious). Στον αντίποδα ταινίες ίδιου θέματος γυρισμένες από πραγματικούς δημιουργούς διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό, όπως για παράδειγμα η «Λεπτή Κόκκινη Γραμμή» του Μάλικ, το «Έλα Να Δεις» του Κλίμοφ και «Τα Παιδικά Χρόνια Του Ιβάν» του Ταρκόφσκι, ταινίες λίγο πολύ άγνωστες στο ευρύ κοινό. Κι αν η ευρεία απήχηση μιας ταινίας δεν είναι απαραίτητα ενδεικτική της χαμηλής ποιότητας της (βλ. «Σκοτεινός Ιππότης», «Μαύρος Κύκνος», το φετινό «Birdman» και πολλές άλλες), πρέπει να παραδεχτούμε ότι ισχύει και το αντίστροφο· άρα μια ταινία που προβλήθηκε μόνο σε λίγα φεστιβάλ και την είδαν μια χούφτα θεατών δεν αποκλείεται να είναι τουλάχιστον αξιόλογη.

Digital StillCamera

Με άλλα λόγια προκύπτει για μας λοιπόν ένα δίλημμα του τύπου: Vertigo ή Fast & Furious; Για κάποιους πιθανόν μα μην υπάρχει δίλημμα, αφού το F&F δεν είναι καν κινηματογράφος. Για άλλους υπάρχει απλά και μόνο το F&F. Άλλοι απορούν για το λόγο να υπάρχουν τέτοια διλήμματα ή να υπάρχουν ανάμεσα σε τέτοιες ταινίες. Αν όμως ο κινηματογράφος είναι ένας τρόπος να δείχνεις και να βλέπεις τα πράγματα, διαμορφώνοντας μια αντίληψη για τον κόσμο, γεγονός που επιφέρει το βάρος της επιλογής και της ευθύνης τόσο για το δημιουργό όσο και για το θεατή. Αν, επίσης, ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο καθρέφτης, έστω παραμορφωτικός, της πραγματικότητας, ούτε μόνο μεγεθυντικός φακός που αποκαλύπτει αθέατες πτυχές της, αλλά πάντοτε μια ανασύνθεση αυτής που αποτυπώνει ένα ορισμένο επίπεδο πολιτικής και κοινωνικής ανάπτυξης, εκφράζοντας και καθορίζοντας στάσεις ζωής. Κι αν, τέλος, μια ταινία, με τη δύναμη της επιρροής της, μπορεί να προσφέρει αισθητική απόλαυση και πνευματική πρόκληση με αυτό που καταθέτει ως καλλιτεχνική πρόταση. Τότε διλήμματα σαν το προηγούμενο έχουν νόημα και υπάρχουν και απαντήσεις.

SHARE
Ο Λάμπρος Οικονομίδης γεννήθηκε στην Καρδίτσα το καλοκαίρι του 1985 και μεγάλωσε εκεί. Τελείωσε το 3ο Ενιαίο Λύκειο και στη συνέχεια έζησε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Α.Π.Θ. Μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε στην Καρδίτσα όπου και εργάζεται ως μηχανικός.