Καμπύλες δεύτερης τάξης

Καμπύλες δεύτερης τάξης

Καμπύλες δεύτερης τάξης

Αλεξάνδρεια, 4ος αιώνας μ.Χ.

Είμαι τυχερός που βρίσκομαι εδώ. Ξεκίνησα το ταξίδι μου σα δούλος από τις ακτές της Μεσογείου. Η μοίρα με έφερε σε καραβάνι που κινήθηκε δυτικά για την Αλεξάνδρεια. Την πρωτεύουσα του κόσμου. Ο αφέντης που με αγόρασε, μου έδινε αρκετό ξύλο καθημερινά αλλά και τη δυνατότητα να είμαι ελεύθερος το μεσημέρι που κοιμόταν. Περνούσα τον ελεύθερο μου χρόνο μελετώντας. Στη μεγάλη αυλή της βιβλιοθήκης, η γλυκιά Υπατία με τα μαλλιά της ανακατεμένα, με το πρόσωπο της εμφανώς καταβεβλημένο και τα μάτια της μαύρα, ίσως από την αϋπνία, κοιτάζει επίμονα τον ουρανό. Στέκεται κάτω από τον ήλιο, έντονα προβληματισμένη. Τίποτα βέβαια δε συνηγορεί υπέρ του προβληματισμού της, καθώς ο ουρανός είναι καθαρός, τίποτα δεν προμηνύει βροχή ή καταιγίδα, τίποτα δε φαίνεται κακό σε έναν όμορφο αλεξανδρινό ουρανό καταμεσής του καλοκαιριού. Ο αόρατος κόσμος προβληματίζει την Υπατία. Το παρασκήνιο πίσω από την κουρτίνα του ουρανού. Η αξιόλογη μαθηματικός από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου δεν μπόρεσε να ζήσει για να ολοκληρώσει το έργο της. Δολοφονήθηκε λίγο καιρό αργότερα. Η έλλειψη την έκανε τροφή για τα θηρία.

 Πρέβεζα, 20ος αιώνας μ.Χ.

Ο κύριος Κώστας πέρασε από το μαγαζί. Μου φάνηκε λίγο κακοδιάθετος. Δεν τον συνάντησα ποτέ είναι η αλήθεια και πολύ κεφάτο αλλά σήμερα ήταν αγενής. Με το ζόρι χαιρέτισε τους λίγους θαμώνες του μικρού καφενείου ιδιοκτησίας μου, και κάθισε στο γωνιακό τραπέζι κάτω από τον ευκάλυπτο. Μου έκανε νόημα για ένα κατρούτσο. Ήταν άνθρωπος κλειστός, μοναχικός. Πολλοί λένε διάφορα εδώ στη γειτονιά αλλά εμένα λόγος δε μου πέφτει. Ούτε με ένοιαξε ποτέ τι λογής άνθρωπος είναι. Συφιλικός ή προλετάριος. Το ίδιο μου κάνει. Του τράταρα το κρασί με τον μεζέ και γύρισα στο μαγειρείο. Έπειτα από δέκα λεπτά με φώναξε μια παρέα να πληρώσει. Δύο-τρεις του αγροτικού κόμματος που σύχναζαν στο μαγαζί και μου είχαν δημιουργήσει αρκετά προβλήματα κατά καιρούς. Αφού μάζεψα τα άδεια τους ποτήρια και τα διάσπαρτα κουκούτσια ελιάς που φτύσανε τα στόματα τους, γύρεψα τον κύριο Κώστα. Βρήκα πάνω στο τραπέζι ένα καλό φιλοδώρημα και μια γόπα καπνισμένη μέχρι τέλους. Την επόμενη μέρα διάβασα στην εφημερίδα ότι τον κύριο Κώστα τον σκότωσε η έλλειψη.

 Θεσσαλονίκη, 21ος αιώνας μ.Χ.

Ξεφυλλίζω ένα σωρό από σημειώσεις μαθηματικών και προσπαθώ να σφυρίξω χρησιμοποιώντας μόνον τον αντίχειρα μου, δείγμα της όρεξης μου για διάβασμα, και γι’ αυτό ευθύνεται κυρίως, η μεθαυριανή εξέταση του μαθήματος της Αναλυτικής Γεωμετρίας. Ρίχνω βαριεστημένες ματιές στις κόλλες αναφοράς που βρίσκονται πάνω στο γραφείο μου και ξαφνικά αρπάζω μια από αυτές σα να προσπάθησε κάποιος να μου την πάρει χωρίς να με ρωτήσει. Έχω γραμμένη την αναλυτική εξίσωση της έλλειψης.

(f) : x²/α² + y²/β² = 1 , όπου β² = α² – γ²

Το μάτι μου καρφώθηκε στη λέξη.

Τη θυμήθηκα αμέσως. Ήταν αυτή που σκότωσε την Υπατία. Η ίδια μοχθηρή γυναίκα που σκότωσε τον κύριο Κώστα. Σηκώθηκα από τη θέση μου και κατευθύνθηκα προς την κουζίνα. Το διαμέρισμα που νοίκιαζα είχε αρκετές σκοτεινές περιοχές λόγω της περίεργης – μάλλον άστοχης – διαρρύθμισης του. Με βήμα κάπως φοβισμένο έφτασα, πιάνοντας ένα μισοάδειο μπουκάλι και ένα ποτήρι, γεμίζοντας το μέχρι επάνω κρασί.

Είχαμε συναντηθεί αρκετό καιρό πριν. Ξεκινήσαμε τις συναντήσεις μας ένα φθινόπωρο πριν λίγα χρόνια. Με πλησίασε, χωρίς να προηγηθεί κάτι, και με τη σιγουριά γυναίκας που μόνο σε σταρ του σινεμά θα ταίριαζε. Έμεινε πολλά χρόνια στη ζωή μου αλλά ποτέ δε μου έδινε αυτό που ήθελα. Πάντα μου το κρατούσε για το τέλος και πάντα το τέλος αναβαλλόταν για την επόμενη φορά. Την ζητούσα εναγωνίως κάθε βράδυ και αυτή ερχόταν το πρωί. Σφάδαζα από πόνο για μια επαφή, μα αυτή έμενε μακριά από τις συντεταγμένες μου.

Μια ημέρα ήρθε στο σπίτι να με βρει. Έψαξε τα κλειδιά στην τσάντα της και ξεκλείδωσε. Αντίκρισε το σαλόνι άδειο. Τα έπιπλα, τα ρούχα μου, τα πάντα έλειπαν. Μου είπαν ότι ούρλιαζε και έξυνε τους τοίχους με τα νύχια της, μέχρι που μάτωσαν τα δάχτυλα και βάφτηκαν οι τοίχοι. Άλλαξα πόλη, άλλαξα παρέες και αυτή έχασε οριστικά τα ίχνη μου.

Την επόμενη μέρα με βρήκαν νεκρό στο δωμάτιο μου και οι αστυνομικοί γύρω από το πτώμα μου σχεδίασαν με κιμωλία όχι το περίγραμμα μου αλλά μια έλλειψη.

Υ.Γ.1. Έλλειψη: κωνική τομή και προκύπτει από την τομή ενός κώνου με επίπεδο που τον τέμνει πλαγίως ως προς τον άξονά του.

Υ.Γ.2. Έλλειψη: α) το να μην υπάρχει, καθ΄ ολοκληρία ή εν μέρει, κάτι το αναγκαίο, β) ανεπάρκεια.

SHARE
Ο Βάιος Αδάμου γεννήθηκε στη Λάρισα το 1986. Ειναι απόφοιτος του τμηματος Μαθηματικών του Α.Π.Θ.. Σήμερα ειναι φοιτητής του τμήματος Πολιτικών Μηχανικών Τ.Ε. του Τ.Ε.Ι. Λάρισας. Ασχολείται επαγγελματικά με την κατασκευή δημοσίων και ιδιωτικών έργων - αναλαμβάνοντας την οικογενειακή επιχείρηση - καθώς και με την εκπαίδευση. Λατρεύει τη μουσική, παρακολουθεί κινηματογράφο και θέατρο, φωτογραφίζει συμμετρίες, αλλα η μεγαλύτερη του αγάπη βρίσκεται κρυμμένη αναμεσα σε σελίδες βιβλίων. Συχνά γράφει ποιήματα και ονειρεύεται πως κάποια μέρα θα δημοσιευτούν...