Το βινύλιο επέστρεψε

Το βινύλιο επέστρεψε

Το βινύλιο επέστρεψε

Η σχέση που έχουμε με τη μουσική είναι αμιγώς προσωπική. Διαμορφώνεται και εξελίσσεται με αργό ρυθμό μέσα στο χρόνο μ’ έναν τρόπο σχεδόν ανεξήγητο. Οι προτιμήσεις του καθενός μπορούν να μοιράζονται σε ποικίλα και εντελώς διαφορετικά είδη μουσικής (πάντως όχι σε όλα), να εναλλάσσονται, να μεταστρέφονται κλπ. Όταν ,όμως, μιλάμε για σχέση με τη μουσική εννοούμε κάτι που παραμένει και διαρκεί: η επιθυμία να ανακαλύπτεις διαρκώς περισσότερα ακούσματα. Πράγμα που απαιτεί χρόνο ,υπομονή, όρεξη και φυσικά χρήμα, μόνο και μόνο για ν’ ανασύρεις απ’ το χάος της μουσικής παραγωγής διαχρονικά τους δίσκους εκείνους που αξίζουν( και συχνά εντοπίζονται, παρεμπιπτόντως, στα άγνωστα πεδία του underground κάθε είδους). Κι όμως η ενασχόληση με τις μουσικές που λατρεύεις δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Αυτός είναι ο λόγος που ο σύγχρονος τρόπος αντιμετώπισης της μουσικής, απλώς ως σύνολο τραγουδιών προσβάσιμο ανά πάσα στιγμή μέσω του υπολογιστή,  υποτιμά την ίδια την αξία της.

Είναι ο ψηφιακός χώρος του διαδικτύου ,λοιπόν,  που επιτρέπει την πρόσβαση σε αδιανόητα υπερβολική ποσότητα μουσικής και είναι παράλληλα ένα πλήθος χρηστών που θεωρούν δεδομένη τη χωρίς κόστος ανεύρεση αρχείων κάθε είδους. Γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό ,βέβαια, στην εκ φύσεως αισχροκέρδεια της μεσιτείας μιας  μουσικής βιομηχανίας που καθορίζει τις τιμές των μουσικών προϊόντων.   Άλλωστε, ζητήματα όπως τα πνευματικά δικαιώματα του δημιουργού, της λειτουργίας του έργου τέχνης ως κτήμα όλου του λαού και της τεχνικής αναπαραγωγής του με όρους εμπορεύματος στα πλαίσια της αγοράς, είναι πρωταρχικής σημασίας και πρέπει να συνυπολογιστούν σοβαρά. Πάντως, η εικόνα πλήρους δημοκρατίας και απεριόριστης ελευθερίας, που δήθεν ισχύει στο διαδίκτυο, είναι επίπλαστη, καθώς ταυτίζεται-για να περιοριστούμε μόνο στο θέμα μας- με μια αντίληψη για τη μουσική ως πάρεργο ανάξιο ξοδέματος και μια στάση απέναντι στο δημιουργό της ως ερασιτέχνη παραγωγό μιας χωρίς κόπο έμπνευσης. Διαμορφώνεται, έτσι, μια επιδερμική σχέση με τη μουσική ως σύνολο, που συνήθως συνεπάγεται την άκριτη  αποδοχή μιας εύπεπτης μουσικής, παραγόμενης για μαζικοποιημένα και αδιαφοροποίητα ακροατήρια, τα οποία συνηθίζουν στη λογική του μεμονωμένου τραγουδιού ξεκομμένου απ’ το ολοκληρωμένο άλμπουμ.

Στον αντίποδα της παραπάνω λογικής, παρατηρείται τελευταία μια στροφή στην ακρόαση μουσικής μέσω του παλαιού format του βινυλίου, γεγονός που πιστοποιούν οι ολοένα αυξανόμενες πωλήσεις δίσκων σε αυτό το μέσο, με συνεχείς επανεκδόσεις παλαιότερων κυκλοφοριών πέρα απ’ τις αποκλειστικά νέες. Το βινύλιο πάντα σήμαινε μιαν απόλαυση, για συλλέκτες και μη, καθώς προσφέρει κατ’ αρχάς μια ιδιαίτερη ζεστασιά στον ήχο που λείπει απ’ τα ψηφιακά μέσα. Επιπλέον, τα εξώφυλλα των δίσκων βινυλίου με τις μεγάλες διαστάσεις τους σε προκαλούν να τα περιεργαστείς, προσφέροντας μια όμορφη εικαστική εμπειρία. Υπάρχει, δηλαδή, μια ολόκληρη τελετουργία που ακολουθεί την ακρόαση του βινυλίου (η περιποίηση των δίσκων, η ταξινόμηση της δισκοθήκης κλπ.), η οποία είναι άκρως διασκεδαστική για το χρήστη. Το σήκωμα της βελόνας, η περιστροφή γραμμάτων και χρωμάτων, τα ελαφρά παράσιτα κάπου κάπου, είναι στιγμές που απολαμβάνει κάθε μουσικόφιλος.

Η ανάκαμψη του βινυλίου, και μάλιστα σε μια περίοδο που έμοιαζε να εκτοπίζεται πλήρως ως μέσο, πιθανόν σηματοδοτεί αυτή την επιστροφή σε μια άλλου τύπου σχέση με τη μουσική γενικά. Μάλιστα χωρίς διάθεση νοσταλγίας μιας που οι νέες γενιές που στρέφονται σε αυτό δεν έζησαν παρά μόνο την ψηφιακή εποχή. Επανέρχεται πλέον η αξία της αφοσίωσης κι επένδυσης στη μουσική, ψυχικής και χρηματικής (φυσικά μόνο για όσους έχουν τη δυνατότητα), μακριά απ’ τις λογικές που την αντιμετωπίζουν ως συνοδεία ή υπόκρουση σε άλλες δραστηριότητες. Μαζί μ’ αυτό αναδεικνύεται ξανά η έννοια του ολοκληρωμένου άλμπουμ που ακούγεται χωρίς διακοπές απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, κάτι που συμβαίνει και μ’ ένα άλλο υπέροχο και ξεχασμένο format όπως η κασέτα. Εν κατακλείδι, το βινύλιο, ταυτόχρονα ανεξίτηλο και φθαρτό, χειροπιαστό, ζωντανό, αλλά και απαιτητικό, επιστρέφοντας φέρνει μαζί του την ευκαιρία ν’ ακούσουμε με νέο τρόπο την ίδια τη μουσική, αφού αυτή, πολύ περισσότερο απ’ το μέσο, είναι που τελικά μετράει.

SHARE
Ο Λάμπρος Οικονομίδης γεννήθηκε στην Καρδίτσα το καλοκαίρι του 1985 και μεγάλωσε εκεί. Τελείωσε το 3ο Ενιαίο Λύκειο και στη συνέχεια έζησε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Α.Π.Θ. Μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε στην Καρδίτσα όπου και εργάζεται ως μηχανικός.