Δεκαπενταυγουστος: Γιορτάζοντας Κηδεία Θεομητορική

Δεκαπενταυγουστος: Γιορτάζοντας Κηδεία Θεομητορική

Δεκαπενταυγουστος: Γιορτάζοντας Κηδεία Θεομητορική

Είναι η γιορτή, που δίνει την ευκαιρία στα πρόσωπα τα επιφορτισμένα με την κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση των πολιτών να εκφράσουν κάποιες προσωπικές τους σκέψεις, να γιορτάσουν μαζί με τους πολίτες στους οποίους λογοδοτούν.

Η καλοκαιρινή ραστώνη δεν κρύβει τη γιορτή. Αντιθέτως, την αναδεικνύει. Στις διαστάσεις που επιβάλλει ο Αύγουστος στην καθημερινότητά μας, καταλαβαίνουμε τη γιορτή όχι σαν δογματικές θεωρίες ή πάμφωτα καταστήματα και αγορές, αλλά στην πραγματική της φανέρωση: ως σάρκωση του Θεού σε ό,τι βλέπουμε, ως κτίση που φανερώνει τον Κτίστη, ως τον ήχο και το φως μιας πλάσης κι ενός καλοκαιριού, που ξεπερνά και νικά το τσιμέντο των ζωών μας.

Γιορτή, μια κηδεία: η κοίμηση της Θεοτόκου, η ολοκλήρωση της επίγειας ζωής της θνητής που δέχθηκε να γίνει μητέρα του Θεού. Είναι η μόνη θνητή που δεξιώθηκε τον Σωτήρα στο ίδιο της το κορμί, φανερώνοντας την θέωση στην οποία προσκαλούμαστε όλοι. Μητέρα του φωτός, μητέρα όσων επιλέγουν να «περιπατούν ως τέκνα φωτός». Και δια της οποίας σωζόμαστε.

«Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε», αναφέρουν οι ύμνοι του Δεκαπενταύγουστου, για να γιορτάζουν την ολοκλήρωση αυτής της επίγειας ζωής. Και μαζί τους εμείς χαιρετίζουμε το γεγονός και το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, της μητέρας που είναι πάντα δίπλα μας, ως «πάντων θλιβομένων η χαρά». Κεκοιμημένη, μα ολοζώντανη: προστασία και σκέπη, ελπίδα και στήριγμα, αμετάθετη μεσιτεία προς τον Υιό. «Δική μας», δηλαδή όλων μας, ως κανείς άλλος άνθρωπος. Γιορτάζουμε κάθε φανέρωση της παρουσίας της και ιδιαίτερα την κοίμησή της, στο μέσο του Αυγούστου.

«Χρυσοπλοκώτατε πύργε, καὶ δωδεκάτειχε πόλις, ἡλιοστάλακτε θρόνε, καθέδρα τοῦ βασιλέως, ἀκατανόητον θαῦµα, πῶς γαλουχεῖς τὸν δεσπότην;»

Χρόνια πολλά και ευλογημένα να έχουμε, με πείσμα και κουράγιο ακόμη και στις μεγαλύτερες δυσκολίες —και ας χαρούμε το ελληνικό καλοκαίρι ως δωρεάν δώρο άνωθεν.