Ομόηχα: «αυτή» vs «αυτοί» vs «αυτί»

Ομόηχα: «αυτή» vs «αυτοί» vs «αυτί»

Ομόηχα: «αυτή» vs «αυτοί» vs «αυτί»

Τα «ομώνυμα» ή «ομόηχα» (λέξεις που προφέρονται με τον ίδιο τρόπο) μας «ταλαιπωρούν», γιατί πέρα από τη διαφορετική τους σημασία έχουν και διαφορετική ορθογραφία. Ενώ λοιπόν οι περισσότεροι χρησιμοποιούμε ορθά τις ομόηχες λέξεις στον προφορικό λόγο, δεν είναι λίγες οι φορές που βλέπουμε «μαργαριτάρια» στον γραπτό λόγο λόγω αυτού (τα «λόγο» και «λόγω» για παράδειγμα είναι ομόηχες λέξεις που συγχέονται).

Ένα συχνό λάθος παρατηρείται στις λέξεις «διάλειμμα» (από το ρήμα «διαλείπω») και «διάλυμα» (από το «διαλύω»). «Διάλειμμα» είναι η προσωρινή ή ολιγόλεπτη διακοπή, ενώ το «διάλυμα» είναι «το υγρό που μέσα του διαλύεται μια στερεά ουσία». Όλοι καταλαβαίνουν τι εννοεί ο χημικός αν πει: «Όποιος δεν κατάλαβε πώς φτιάχνεται το διάλυμα, μπορεί να μείνει για να του το εξηγήσω στο διάλειμμα», αλλά λίγοι ξέρουν να γράφουν σωστά και τις δύο λέξεις.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι τα «λύματα» (από το ρήμα «λούω»), δηλαδή «οι ακαθαρσίες», μια λέξη που χρησιμοποιείται συνήθως όταν αναφερόμαστε στα απόβλητα των εργοστασίων, κυρίως τα υγρά. Καμία σχέση δεν έχει η λέξη με τα άλλα «λήμματα» (από το ρήμα «λαμβάνω») που έχουν πολλές σημασίες, αλλά η πιο διαδεδομένη είναι «λέξεις που μπαίνουν σε λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια με αλφαβητική σειρά, προκειμένου να εξηγηθεί η σημασία τους». Είναι δηλαδή οι λέξεις που γράφονται με έντονη γραφή (πχ «το χ λεξικό περιλαμβάνει πενήντα χιλιάδες λήμματα»).

Όσον αφορά τις λέξεις «εξάρτηση» (από το ρήμα «εξαρτώ») και «εξάρτυση» (από το ρήμα «εξαρτύω») είναι άλλες δύο ομόηχες λέξεις που προκαλούν πονοκέφαλο στους μαθητές, αλλά τουλάχιστον οι άρρενες μαθητές μαθαίνουν να τις ξεχωρίζουν όταν πηγαίνουν στο στρατό. Κι αυτό γιατί «εξάρτυση» ονομάζονται τα ατομικά είδη του στρατιώτη, τα εξαρτήματα της στολής (όχι ο οπλισμός) και η ορθογραφία της διαφέρει από την κλασική για όλους μας λέξη «εξάρτηση» που σημαίνει «σχέση/υποταγή» (πχ. εξάρτηση από το αλκοόλ, από τα ναρκωτικά, από κάποιο άτομο κτλ).

Έπειτα, η «έκκληση» (από το ρήμα «εκκαλώ») σημαίνει «κάλεσμα για βοήθεια» και το ακούμε συχνά στα ΜΜΕ, ενώ «έκλυση» (από το ρήμα «εκλύω») είναι η «απελευθέρωση» (πχ. «Με την έκρηξη στο Τσέρνομπιλ υπήρξε τεράστια έκλυση ραδιενέργειας).

Με αντίστοιχο τρόπο καταλαβαίνει κανείς ότι ουδεμία σχέση υπάρχει μεταξύ των λέξεων «γάλος» (γαλοπούλα) και Γάλλος (ο υπήκοος της Γαλλίας), ούτε μεταξύ των «δίστιχο» (δύο στίχοι) και «δύστυχο» (κακότυχο, ταλαιπωρημένο). Όλοι ξέρουμε πώς λέγεται η γυναίκα που κυοφορεί, αλλά θα γράφαμε «έγκυος» ή «έγγειος» (ο σχετικός με τη γη);

Επιπροσθέτως, αν χαρακτηρίσουμε την ευχέρεια κάποιου να απαντάει αμέσως «ετοιμολογία», θα είναι σωστό, αλλά αν το γράψουμε «ετυμολογία» θα είναι λάθος, γιατί τότε θα σημαίνει «προέλευση των λέξεων». Και η σύγχυση είναι ακόμη μεγαλύτερη όταν χρησιμοποιούμε τις λέξεις «Εφορία» (η γνωστή σε όλους οικονομική υπηρεσία), «Εφορεία» (πχ. Αρχαιοτήτων)  και «Ευφορία» (=χαρά, καλή διάθεση).

Από την άλλη, οι λέξεις «υιός» (γιος) και «ιός» (πχ της γρίπης ή του υπολογιστή) διαφέρουν μόνο σε ένα γράμμα, αλλά έχουν πολύ διαφορετική σημασία. Αντίστοιχα, «καινός» είναι ο «καινούριος» και «κενός» ο «άδειος». Η «Καινή Διαθήκη» λοιπόν δεν είναι άδεια, αλλά καινούρια σε σχέση με την «Παλαιά»! Επίσης, με ένα –λ- γράφεται ο «κάλος» του ποδιού, ενώ με δύο «το κάλλος» δηλαδή η ομορφιά. Επίσης, «κίρρωση» είναι η ασθένεια στο ήπαρ και «κύρωση» είναι η «επικύρωση».

Μεγάλη σύγχυση προκαλείται και από τα δύο ομόηχα ρήματα «κλίνω» και «κλείνω». Όταν βέβαια μπαίνει στη μέση και το ρήμα «καλώ», η ορθογραφία «δολοφονείται». Για παράδειγμα, λέμε «κλίση του ρήματος, του δρόμου ή στα καλλιτεχνικά, στο πιάνο κτλ», αλλά «κλήση της τροχαίας ή του τηλεφώνου». Μπορούμε να «κλείνουμε» τα παράθυρα, αλλά το ρήμα να το «κλίνουμε».

Και τα παραδείγματα μοιάζουν να μην τελειώνουν. «Κόμη» σημαίνει «μαλλιά» (από εκεί βγαίνει και η λέξη «κομμωτήριο), ενώ «κώμη» είναι το «χωριό». «Λιτός» είναι ο «απλός» και λυτός είναι ο «λυμένος» (πχ. λυτά μαλλιά).

Σκεφτείτε ακόμη τη διαφορά μεταξύ «ότι» και «ό,τι», μεταξύ των λέξεων «όμως» και «ώμος» ή τα ακόλουθα ζευγάρια λέξεων: πάλη-πάλι, ποια-πια, σήκω-σύκο, σκηνή-σκοινί, χήρος-χοίρος(γουρούνι), ψηλός-ψιλός (=λεπτός).

Και φυσικά είναι σίγουρο ότι όλα αυτά συμβαίνουν μόνο στην ελληνική γλώσσα σε τόσο μεγάλο βαθμό. Μόνο στην ελληνική γλώσσα τόσες ίδιες στο άκουσμα λέξεις είναι εντελώς διαφορετικές σημασιολογικά. Είναι κι αυτός ένας λόγος που (χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τις άλλες γλώσσες) για έναν Έλληνα είναι πιο εύκολο να μάθει πχ αγγλικά από ό,τι για έναν άγγλο πχ να μάθει ελληνικά. Σκεφτείτε με πόση δυσκολία θα μάθαινε να γράφει κάποιος ξένος φράσεις όπως οι ακόλουθες:

«Με λίγη τύχη θα περάσουμε τα τείχη»

«Το πολιτικό τους κόμμα έχει πέσει σε κώμα»

«Η σορός του βρέθηκε επάνω σε σωρό από σκουπίδια» ή

«Πες στον φίλο σου ότι ανάλογα με το φύλο του θα πάρει το κόκκινο ή το μπλε φύλλο»!

Νατάσα Δανιήλ
Φιλόλογος

SHARE
Γεννήθηκα στις 25 Ιουλίου του 1979 στην Καρδίτσα. Αποφοίτησα το 2002 από το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από τότε ζω και εργάζομαι στην Καρδίτσα. Το 2009 παντρεύτηκα και απέκτησα μια κόρη και το 2011 γεννήθηκε ο γιος μου. Από το 2009 ως το 2014 ολοκλήρωσα το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Σπουδές στην Εκπαίδευση» στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Γνωρίζω αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά και τον ελεύθερό μου χρόνο ζωγραφίζω.