Ενας καβγάς για την Ελλάδα στο ΔΝΤ

Ενας καβγάς για την Ελλάδα στο ΔΝΤ

Ενας καβγάς για την Ελλάδα στο ΔΝΤ

Είχε προηγηθεί μια τηλεπικοινωνία (teleconference), που αποδείχθηκε άγονη, αφού δεν κατάφερε να γεφυρώσει τις διαφορετικές απόψεις που εκφράσθηκαν κατά τη διάρκειά της. Αποφασίσθηκε, λοιπόν, ότι καλύτερο θα ήταν να αντάλλασσαν τις απόψεις τους διά ζώσης. Και κάπως έτσι κανονίστηκε το ραντεβού της προηγούμενης εβδομάδας, στην έδρα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) στην Ουάσιγκτον.

Γύρω από το τραπέζι κάθισαν, από τη μια πλευρά, η Ντέλια Βελκουλέσκου, εκπρόσωπος του Ταμείου στο κουαρτέτο των δανειστών της Ελλάδας, και, από την άλλη, ορισμένοι από τους μεγαλύτερους fund managers παγκοσμίως, που τους ενώνει, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι έχουν επενδύσει στις τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας και έχουν ήδη χάσει αρκετά χρήματα. Το θέμα της συζήτησης ήταν η ανακεφαλαιοποίησή τους και οι πληροφορίες επιμένουν ότι, από την πλευρά του Ταμείου, η θέση ήταν ξεκάθαρη: κρατικοποίηση, στη βάση του αμερικανικού μοντέλου.

Οσοι είναι σε θέση να γνωρίζουν υποστηρίζουν ότι η ένταση δεν έλειψε από τη συνάντηση. Αντιθέτως, μιλούν για έναν έντονο διάλογο, που μάλλον παραπέμπει σε… καβγά.

Ανεξάρτητα από το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο σ’ αυτή την υπόθεση που εξελίσσεται σε πολύ μεγάλο αγκάθι, γεγονός είναι ένα: για να πεισθούν οι ξένοι επενδυτές, που πίστεψαν την άνοιξη του 2014 στις προοπτικές ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας και «έριξαν λεφτά» στο χρηματοπιστωτικό της σύστημα, έτσι ώστε να ξανάρθουν στη χώρα και να κάνουν έναν δεύτερο γύρο τοποθετήσεων, θα πρέπει να προηγηθούν πολλά και να γίνουν ακόμα περισσότερα. Προς το παρόν, αυτό το οποίο κάνουν είναι να προσπαθούν να μάθουν τα δεδομένα που θα διαμορφώσουν το μέλλον των έως τώρα επενδύσεών τους. Οι οποίες έχουν σχεδόν εξαϋλωθεί.

Τα κίνητρα

Ακόμα και το ενδεχόμενο να τους δοθούν κάποια κίνητρα – μπόνους, για να συμμετάσχουν από καλύτερη θέση είτε στη διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης (αν το ποσό είναι «συμβατό» με μια τέτοια προοπτική) είτε στη διαδικασία της επανιδιωτικοποίησης των τραπεζών (αν και όποτε γίνει κάτι τέτοιο στο μέλλον), δείχνει δύσκολο. Κατά συνέπεια, καλούνται να πάρουν τη μεγάλη απόφαση: θα δεχθούν να μπουν με αποκλειστικά ίδιες δυνάμεις όταν έρθει η ώρα; Και πόσο ακόμα μπορούν να «ματώσουν» σε μια προσπάθεια να υπερασπισθούν τις έως τώρα τοποθετήσεις τους;

Στην πραγματικότητα, αυτό το ίδιο ερώτημα -που λίγο απέχει από το να χαρακτηριστεί «υπαρξιακό» για τους fund managers- καλούνται να απαντήσουν όλοι οι ξένοι επενδυτές που κάποια στιγμή είχαν βάλει στο μόνιτόρ τους τη χώρα μας και είχαν αποφασίσει, αρκετοί από αυτούς, να δοκιμάσουν την τύχη τους γενικότερα στο προϊόν «Ελλάδα» και όχι μόνο στις τράπεζές της.

«Αν δεν διασφαλισθεί μια στοιχειώδης πολιτική σταθερότητα γενικότερα και αν δεν καθορισθεί το ύψος της ανακεφαλαιοποίησης και η διαδικασία της ειδικότερα, μην περιμένετε να έρθει ξανά κανένας», είναι η απάντηση που δίνεται αρμοδίως. Δηλαδή, από τους ανθρώπους που (προσπαθούν να) μιλούν μαζί τους, συντηρώντας σε αυτές τις δύσκολες στιγμές κάποια γραμμή επικοινωνίας. «Οι περισσότεροι από αυτούς είναι έξαλλοι. Για την ακρίβεια, όσο πιο “ανοιγμένοι” είναι στην Ελλάδα τόσο πιο έξαλλοι ακούγονται», προσθέτουν.

Προς το παρόν, όλοι οι άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενοι με την υπόθεση περιμένουν τις εκλογές ή για την ακρίβεια το αποτέλεσμά τους, κάνοντας υπομονή. Θέλουν να δουν τον χαρακτήρα της νέας κυβέρνησης, για τον οποίο, όταν μιλούν, επιμένουν ότι «όσο πιο διευρυμένος είναι, από πλευράς πολιτικών δυνάμεων, τόσο το καλύτερο». Το δικό τους καλύτερο σενάριο είναι αυτό που προβλέπει τη σύμπηξη ενός μεγάλου συνασπισμού.

Και γι’ αυτό -όποτε βρίσκουν ευκαιρία- ρωτούν να μάθουν πόσο πιθανό ή δυνατό είναι κάτι τέτοιο. Οπότε, είναι μάλλον αναμενόμενη και η αντίδρασή τους όταν ακούν την απάντηση «δύσκολο, πολύ δύσκολο».

Για την ιστορία, να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι τα τελευταία τρία – τέσσερα χρόνια επενδύθηκαν στις ελληνικές τράπεζες, σε δύο φάσεις, περί τα 25 δισ. ευρώ. Σήμερα, τα χρήματα αυτά, που ανήκαν στο Δημόσιο αλλά και σε ιδιώτες, εν πολλοίς αγνοούνται…

Έντυπη έκδοση Καθημερινής

SHARE