Δεν αντέχουμε να ζούμε με ψίχουλα!

Δεν αντέχουμε να ζούμε με ψίχουλα!

Δεν αντέχουμε να ζούμε με ψίχουλα!

Έγιναν τόσα πολλά μέσα σε λίγους μήνες. Τον τελευταίο καιρό ζήσαμε σε πολιτικό επίπεδο έναν καταιγισμό γεγονότων. Συμπυκνωμένων στο χρόνο και καθοριστικής σημασίας. Οι εκτιμήσεις μας γι’ αυτά οφείλουν να είναι προσεκτικές και τα συμπεράσματα ακριβή. Οι εντυπώσεις όλων μας, μάλιστα, συγκλίνουν, αν και σχεδόν πάντα εύκολα μεταστρέψιμες. Κάποιες διαπιστώσεις ,λοιπόν, για αρχή είναι απαραίτητες και απορρέουν άμεσα από τις ίδιες τις εξελίξεις. Διαπιστώσεις που αφορούν για παράδειγμα τις αδιάκοπες παλινωδίες της συγκυβέρνησης και την προσχώρηση της χωρίς άλλοθι πια στο άρμα του λεγόμενου νεοφιλελευθερισμού. Ή την εξαπατητική χρησιμότητα ενός δημοψηφίσματος ,σκέτη παρωδία, για τη χειραγώγηση της γενικευμένης δυσαρέσκειας. Ή, για να σταματήσουμε εδώ, το αδιέξοδο της λογικής της διαπραγμάτευσης για την απόσπαση κατακτήσεων προς όφελος του λαού.

Και τώρα έρχονται οι εκλογές. Με τη συνήθη κενολογία που τις συνοδεύει και την επίφαση αλλαγής του σκηνικού. Χωρίς ποτέ να αμφισβητούνται οι κυρίαρχες δομές. Απλά και μόνο για να εξαντλείται το (τυπικά μόνο) δημοκρατικό δικαίωμα της ίσης συμμετοχής και δήθεν συναπόφασης για ζητήματα των οποίων η απόφαση τελικά δεν ανήκει καν στους πολιτικούς. Έτσι, μέσω της εναλλαγής προσώπων «νέων και άφθαρτων» να παραμένει ένα διαχειριστικό πλαίσιο εφαρμογής των ίδιων και απαράλλαχτων γενικών γραμμών στην άσκηση μιας πολιτικής εξουσίας που συμπλέει με τις απαιτήσεις της ισχυρής οικονομικής εξουσίας. Και με έναν παράλληλο πολιτικό λόγο που αναπαράγεται να αποτελεί παραβίαση της απλής λογικής και διαστρέβλωση των εννοιών με φράσεις όπως: σχέδιο διάσωσης, έντιμος συμβιβασμός, δημιουργική ασάφεια κτλ. Κάπως έτσι οι λέξεις χάνουν το όποιο νόημα τους και φτάνουμε στο σημείο να ακούμε για «ανατροπή του σκηνικού» εκεί όπου επικρατεί η απόλυτη ακινησία και φαυλότητα. Ενώ ταυτόχρονα αποθεώνονται έννοιες όπως η ομαλότητα (των αγορών, των εξελίξεων, κλπ), η σταθερότητα και η κανονικότητα (π. χ της καθημερινότητας), μια κανονικότητα που για μεγάλη μερίδα του πληθυσμού αποτελεί μια αγωνιώδη προσπάθεια επιβίωσης. Μέσα σ’ αυτό το ευρύτερο σκηνικό πλήρους απαξίωσης της πολιτικής, ως έννοιας και ως πρακτικής, προκρίνεται διαρκώς η «αναγκαιότητα» του τάχα ενός και μοναδικού δρόμου: αυτού της καπιταλιστικής ανάπτυξης και των βαρβαροτήτων που την ακολουθούν.

Η απάντηση από μέρους μας δε μπορεί να είναι η απαισιοδοξία και ο εφησυχασμός. Η άρνηση μας να συμβιβαστούμε με κάθε τακτικισμό που ανακυκλώνει τους όρους αναπαραγωγής του ίδιου συστήματος χρειάζεται να είναι ολική. Ολική με την έννοια ότι δεν ξεθυμαίνει μπροστά σε επιμέρους μικρές κατακτήσεις ευνοϊκές για το λαό, οι οποίες εξάλλου δεν έρχονται παρά μέσα από τους αγώνες του ίδιου του λαού. Κι επίσης με την έννοια ότι δεν αποδέχεται καμιά πτυχή αυτού του συστήματος, από την βαναυσότητα των οικονομικών νόμων που το διέπουν μέχρι την ευτέλεια των κυριαρχικών προτύπων σε θέματα πολιτισμού, διασκέδασης κλπ. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η άρνηση πρέπει να συνοδευτεί μ’ ένα καταφατικό πρόταγμα του τι τελικά επιθυμούμε, μ’ ένα ξεκάθαρο όραμα του πώς θα είναι, έξω από μικροπολιτικές και συντεχνιακές στοχεύσεις.

Δικαιούμαστε και μπορούμε να αντισταθούμε. Μ΄ ένα δίκαιο, πέρα από νομοτυπίες και κανονισμούς, που πηγάζει απ΄το αναπότρεπτο της ανάγκης, αλλά και απ΄την υπεροχή μιας ιδέας που, για να το πούμε χωρίς περιστροφές, είναι η ιδέα του κομμουνισμού. Μια λέξη και μια έννοια που έχει διαστρεβλωθεί και εκχυδαϊστεί με τόσο μένος από την κρατούσα ιδεολογία, που χρειάζεται επειγόντως να την αποκαταστήσουμε. Αναμετρώμενοι ευθέως με όλες τις προσπάθειες που έγιναν προς αυτή την κατεύθυνση στο παρελθόν και ανά τον κόσμο.

Πιστοί σ΄αυτήν ακριβώς την ιδέα επιζητούμε να έχουμε το πάνω χέρι στο ζήτημα του ποιος αποφασίζει, για ποια θέματα και φυσικά-το πιο δύσκολο ακόμη και με λυμένα όλα τα υπόλοιπα προβλήματα-τι είναι αυτό που αποφασίζει. Μακριά απ΄την αφέλεια της «ελεύθερης γνώμης», την ξιπασιά της ψευτο-ειδικής γνώσης, δε μας απομένει παρά να πειθαρχήσουμε στην ιδέα και να οργανωθούμε στην πράξη. Ενεργώντας άμεσα και δυναμικά για την επαναθεμελίωση της πολιτικής σε ταξικές βάσεις , χρησιμοποιώντας βέβαια και την ψήφο ως ένα διαθέσιμο μέσο πάλης. Γιατί δεν αντέχουμε να ζούμε με ψίχουλα. Κι ούτε διαλέγουμε το δρόμο μιας αυτάρεσκης ιδιώτευσης που ονειρεύεται καρβέλια. Συνταγές και οδηγίες χρήσης δεν υπάρχουν . Έχουμε ,όμως, την εμπειρία των λαϊκών κινημάτων διαχρονικά και την πολύτιμη σκέψη μεγάλων στοχαστών, στα γραπτά των οποίων χρειάζεται να επιμείνουμε. Έχουμε τις αιτίες, έχουμε τους θεωρητικούς μας λόγους. Αυτά είναι τα προαπαιτούμενα και οι τρόποι πάντα θα επινοούνται.

SHARE
Ο Λάμπρος Οικονομίδης γεννήθηκε στην Καρδίτσα το καλοκαίρι του 1985 και μεγάλωσε εκεί. Τελείωσε το 3ο Ενιαίο Λύκειο και στη συνέχεια έζησε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Α.Π.Θ. Μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε στην Καρδίτσα όπου και εργάζεται ως μηχανικός.