Αναξιοποίητος ενεργειακός θησαυρός σε κτηνοτροφικές και αγροτικές μονάδες

Αναξιοποίητος ενεργειακός θησαυρός σε κτηνοτροφικές και αγροτικές μονάδες

Αναξιοποίητος ενεργειακός θησαυρός σε κτηνοτροφικές και αγροτικές μονάδες

Στα 25 δισ. ευρώ ετησίως ανέρχεται το κόστος της ενέργειας στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να αποτελεί πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ της, από ό,τι το αντίστοιχο της ενεργοβόρου -λόγω εξαγωγών- Γερμανίας, ενώ παραμένουν αναξιοποίητες οι δυνατότητες ενεργειακής αξιοποίησης των αγροτοκτηνοτροφικών αποβλήτων.

Ακόμη και η βαθιά κρίση, στην οποία έχει περιέλθει η χώρα την τελευταία εξαετία, δεν έχει αλλάξει σημαντικά την εικόνα, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα υποστήριξε την Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΚΑΠΕ), Βασίλειος Τσολακίδης, μιλώντας σε ημερίδα του Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου για το βιοαέριο, στη Θεσσαλονίκη.

“Η συνολική κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας στην Ελλάδα ακολούθησε μεν πτωτική πορεία στη διάρκεια της κρίσης, αλλά εξακολουθεί να είναι πάρα πολύ υψηλή σε σχέση με άλλες χώρες. Παρέμεινε στους 2,1 τόνους ισοδύναμου πετρελαίου (ΤΙΠ)/άτομο, όταν π.χ., στη Γερμανία, που είναι μια πολύ ενεργοβόρος χώρα με εξαγωγική δραστηριότητα, είναι στους 3,7 ΤΙΠ. Προ κρίσης ήταν 2,7 ΤΙΠ. Γίνεται αντιληπτό ότι το κόστος είναι πάρα πολύ υψηλό για την εθνική οικονομία, δεδομένου ιδίως ότι περίπου το 45% αυτού του κόστους είναι φόροι. Κάθε Έλληνας πολίτης πληρώνει αναλογικά περίπου 1200 ευρώ ετησίως από φόρους που προκύπτουν από την κατανάλωση ενέργειας (πετρελαίου, βενζίνης, αερίου, ηλεκτρικού ρεύματος), όταν το αντίστοιχο ποσό για τον Γερμανό είναι 550 ευρώ. Φανταστείτε πόσο μεγάλο εμπόδιο γα την ανάπτυξη είναι το φορολογικό κόστος τής ενέργειας” είπε ο κ. Τσολακίδης, μιλώντας σε μικτό ακροατήριο Ελλήνων και Γερμανών επιχειρηματιών και εμπειρογνωμόνων.

Επενδύσεις στις ΑΠΕ παρά την κρίση

Όπως πρόσθεσε, οι αριθμοί αυτοί αναδεικνύουν πόσο αναγκαία είναι η μείωση του ενεργειακού κόστους της Ελλάδας, μέσα από τη χάραξη στρατηγικής στηριγμένης στους εξής πυλώνες: περιορισμό των εισαγωγών ενεργειακών προϊόντων και κυρίως καυσίμων, μείωση της υψηλής φορολογίας στην ενέργεια και αντικατάσταση των ορυκτών πρώτων υλών με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ).

Πάντως, πρόσθεσε, παρά τη βαθιά κρίση, η Ελλάδα κατόρθωσε τα τελευταία χρόνια να αυξήσει το ποσοστό διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό της ισοζύγιο.

Κατά τον κ. Τσολακίδη, οι ΑΠΕ αποτέλεσαν ένας από τους πιο σημαντικούς τομείς για την προσέλκυση επενδύσεων, έχοντας καταφέρει να φέρουν επενδύσεις της τάξης των 8 δισ. ευρώ μέσα στην κρίση και “παρά τα οποιαδήποτε σχεδιαστικά λάθη έγιναν στην Ελλάδα στον τομέα”- κατόρθωσαν να πλησιάσουν τους στόχους που έχουν τεθεί.

Όσον αφορά το βιοαέριο, που είναι και το αντικείμενο της ημερίδας, σημείωσε ότι η αναμενόμενη συνεισφορά του -μαζί με τη βιομάζα- για την επίτευξη των δεσμευτικών στόχων του 2020, έχει υπολογιστεί στα 250 MW.

Ανεπαρκές το θεσμικό πλαίσιο

“Η ανάπτυξη και εγκατάσταση των τεχνολογιών βιοαερίου αποτελεί μια σημαντική εναλλακτική λύση. Έχει υπολογιστεί ότι περίπου 60.000-100.000 τόνοι οργανικών αποβλήτων -ο όγκος ποικίλει ανάλογα με τη σύσταση και το ενεργειακό τους περιεχόμενο- μπορούν να τροφοδοτήσουν μια μονάδα παραγωγής βιοαερίου εγκατεστημένης ισχύος 1 ΜW” επισήμανε ο κ. Τσολακίδης, σύμφωνα με τον οποίο η Ελλάδα (σ.σ. παρά το μεγάλο κτηνοτροφικό και γεωργικό δυναμικό της, που προσφέρει άφθονα οργανικά απόβλητα) βρίσκεται ακόμη πολύ πίσω στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τη συγκεκριμένη πηγή, λόγω και της ανεπάρκειας του θεσμικού πλαισίου.

Κατά τον κ. Τσολακίδη, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) έχει μέχρι σήμερα χορηγήσει 46 άδειες, ισχύος 146 ΜW για σταθμούς βιοαερίου και άλλες 37 σε μονάδες βιομάζας για 295 ΜW με τεχνολογίες καύσης. Ωστόσο, η υλοποίηση ακόμη και αδειοδοτημένων επενδύσεων “παρεμποδίζεται κυρίως από το ανεπαρκές και προβληματικό θεσμικό πλαίσιο” κατέληξε.

Ενεργειακός θησαυρός σε στάνες και χωράφια

Στο μεταξύ, ένας πραγματικός θησαυρός για την ελληνική οικονομία “κρύβεται” στις κτηνοτροφικές μονάδες και τα χωράφια της Ελλάδας, καθώς ακόμη και με συντηρητικούς υπολογισμούς τα οργανικά απόβλητα που παράγονται μπορούν να τροφοδοτήσουν πολλές μονάδες βιοαερίου και βιομάζας, σύμφωνα με τον υπεύθυνο δέσμης έργων βιοαερίου του ΚΑΠΕ (Τμήμα Βιομάζας), Χρήστο Ζαφείρη. Στην Ελλάδα παράγονται περίπου 17,5 εκατ. τόνοι υποπροϊόντων και αποβλήτων με ισχύ καυσίμων 370 ΜW.

“Υπάρχουν περίπου 239.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις του πρωτογενούς τομέα παράγουν απόβλητα οργανικά. Τι τα κάνουν; Δεν πηγαίνουν πουθενά. Με βάση αυτά τα στοιχεία βγάζουμε αλγόριθμους και σχέδια. Έχουμε σε επίπεδο περιφέρειας, νομού, οικισμού τη δυνατότητα να γίνουν μονάδες παραγωγής βιοαερίου. Τα πιο πολλά οργανικά απόβλητα είναι στο νομό Θεσσαλονίκης. Παράγει πάνω από 2 εκατ. τόνους αποβλήτων, με ισχύ καυσίμων περίπου 40 MW” ανέφερε.

Συνολικά, στην Ελλάδα, η εγκατεστημένη ισχύς ανέρχεται σε 44 MW, προερχόμενη μέχρι σήμερα από ΧΥΤΑ και βιολογικούς καθαρισμούς, κυρίως από τα Άνω Λιόσια (23,5 MW), την Ψυττάλεια (11,4 MW) και τους Ταγαράδες (5 MW). Εσχάτως, στο “παιχνίδι” μπαίνουν και κτηνοτροφικές μονάδες.

Δυσκολίες στην εφαρμογή

Παρότι όμως ο …θησαυρός υπάρχει, δεν είναι πάντα εύκολο να τον εξορύξεις. Προβλήματα αποτελούν -σύμφωνα με τον κ. Ζαφείρη- ο κατακερματισμός των ιδιοκτησιών του πρωτογενούς τομέα (λίγες, πολύ μικρές εκτάσεις/μονάδες), το οικογενειακό δίκαιο, το κακό οδικό δίκτυο, ακόμη και οι κλιματολογικές συνθήκες. Πάντως, με τον νόμο 4152/2013, δίδεται προτεραιότητα στην ανάπτυξη του βιοαερίου και της βιομάζας και στην Ελλάδα.

Εντός της ΕΕ, κυρίαρχη δύναμη στην παραγωγή ενέργειας από βιοαέριο και βιομάζα είναι η Γερμανία. Συνολικά στην ΕΕ υπάρχουν 14.582 μονάδες βιοαερίου με συνολική εγκατεστημένη ισχύ 7.857 MWe, εκ των οποίων οι 9000 βρίσκονται στη συγκεκριμένη χώρα (εγκαταστημένης ισχύος 3000 MWe). Ως ανερχόμενη δύναμη αναδύεται και η Ιταλία, η οποία διαθέτει 1400 μονάδες, εγκατεστημένης ισχύος 1100 MWe.

Πάντως, και οι πρωτοπόροι στον χώρο Γερμανοί δεν απέφυγαν λάθη κατά την ανάπτυξη των ΑΠΕ, από τα οποία οι Έλληνες θα μπορούσαν να διδαχτούν ώστε να κερδίσουν χρόνο, όπως ανέφερε ο Paul Rydzek,της εταιρείας eclareon GmbH, συμβούλου του ομοσπονδιακού υπουργείου Οικονομίας και Ενέργειας της Γερμανίας για το σχέδιο “Πρωτοβουλία Εξαγωγών ΑΠΕ”.

Παρόντα στην εκδήλωση ήταν στελέχη πέντε από τις μεγαλύτερες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο, καθώς και ο γενικός πρόξενος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στη Θεσσαλονίκη, δρ Ingo Von Voss.