Η γυναίκα στα κλασικά παραμύθια των Grimm και  Perrault

Η γυναίκα στα κλασικά παραμύθια των Grimm και  Perrault

Η γυναίκα στα κλασικά παραμύθια των Grimm και  Perrault

Όλοι έχουμε μεγαλώσει ακούγοντας τα κλασικά παραμύθια των αδερφών Grimm και του C. Perrault. Επίσης, όλοι έχουμε δει στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο τις διασκευές των παραμυθιών αυτών από την Disney. Έχουμε όμως ποτέ συνειδητοποιήσει ότι τα πρότυπα που «περνούν» για τα δύο φύλα είναι ρατσιστικά; Σκεφτείτε, υπάρχει καμία πρωταγωνίστρια δυναμική στα κλασικά παραμύθια ή όλες είναι άβουλες και περιμένουν τον πρίγκιπα που θα τις σώσει; Στη συνέχεια, μετά από μία σύντομη παρουσίαση της ιστορίας των παραμυθιών αυτών κάνω αναφορά σε κάποιες κριτικές που έχουν ασκηθεί σε αυτά όσον αφορά τη θέση της γυναίκας.

Πώς και πότε κατασκευάστηκαν τα κλασικά παραμύθια;

Το 19ο αιώνα κατασκευάστηκε, σύμφωνα με τον Zipes (2006α), ένας κλασικός κανόνας παραμυθιών, τα οποία προήλθαν από προφορικά λαϊκά παραμύθια του 16ου και 17ου αιώνα και τα οποία αναπλάστηκαν, ώστε να ενισχύσουν την κυρίαρχη πατριαρχική ιδεολογία του 19ου και εικοστού αιώνα. Μάλιστα αν και υπάρχουν πολλά υψηλού επιπέδου παραμύθια σε πολλές χώρες και πολιτισμούς, υπάρχει μία ιδιαίτερη προτίμηση σε αυτά τα κλασικά παραμύθια σε όλο τον κόσμο. Κάποιες ιστορίες βέβαια με το πέρασμα του χρόνου θεωρήθηκαν αναχρονιστικές και έπαψαν να αναπαράγονται σε αντίθεση με άλλες που συνέχισαν να λέγονται, ποτέ όμως όπως ήταν στην αρχική τους εκδοχή (Zipes, 2006α).

Συγκεκριμένα, οι αδελφοί Grimm, συγκέντρωσαν 49 ιστορίες από προφορικές και γραπτές πηγές και τις δημοσίευσαν με τον τίτλο “Children’s and household tales” σε δύο τόμους το 1812 και το 1815. Αυτές οι ιστορίες απευθύνονταν σε ενήλικο κοινό μέχρι το 1819, ενώ με τη δεύτερη έκδοσή τους τις απευθύνουν σε παιδιά (Zipes, 2006α). Μάλιστα, οι ίδιοι αναφέρουν στη συγκεκριμένη έκδοση ότι προσπαθούν να αποβάλουν όσα στοιχεία μπορεί να θεωρούνται επικίνδυνα για παιδιά. Παρομοίως και στις επόμενες εκδόσεις των ιστοριών τους ως το 1857 υπάρχουν συνεχείς μετατροπές “για αισθητικούς και κοινωνικούς λόγους” (Zipes, 2006β: 68).

Από την άλλη, ο Charles Perrault το 1696 ξεκίνησε μια προσπάθεια να μετατρέψει δημοφιλείς προφορικές ιστορίες με προλήψεις και μαγικά στοιχεία σε ηθικοπλαστικά παραμύθια που απευθύνονταν αρχικά σε ενήλικο κοινό δημιουργώντας μία νέα, μοντέρνα λογοτεχνική προσέγγιση (Zipes, 2006). Αρχικά, παρουσίασε το 1696 στην εφημερίδα Mercure Galant μία εκδοχή του παραμυθιού “Η Ωραία Κοιμωμένη”, το οποίο ξαναδιασκεύασε ένα χρόνο μετά με την έκδοση μιας συλλογής πολλών παραμυθιών (Zipes). Ο Zipes αναφέρει ότι ο Perrault και άλλοι συγγραφείς της δεκαετίας του 1690 δημιούργησαν τα παραμύθια με σκοπό όχι μόνο να ψυχαγωγήσουν τα παιδιά, αλλά και να τα προετοιμάσουν για τους ενήλικους ρόλους τους, τους οποίους οι ίδιοι θεωρούσαν ότι πρέπει να έχουν σε μία κοινωνία και να τους μάθουν πώς να συμπεριφέρονται σωστά βάσει των κοινωνικών κανόνων (Zipes, 2006β).

Η κριτική για την παρουσίαση της γυναίκας    

Πολλά έργα των αδερφών Grimm και του Perrault βρέθηκαν στο στόχαστρο φεμινιστικών κριτικών, ως υλικό αμφιλεγόμενο, με ξεπερασμένες ιδέες για το γυναικείο φύλο και σεξιστικές προκαταλήψεις. Οι ίδιοι βέβαια θεωρούσαν τα παραμύθια τους αποτέλεσμα της “κάθαρσης” των λαϊκών μύθων μέσω της “διόρθωσης” της γυναικείας συμπεριφοράς!!! (Κανατσούλη, 2011).

Η Κανατσούλη (2011) αναφέρει ότι η κριτική που έχει ασκηθεί στο σεξιστικό περιεχόμενο των κλασικών παραμυθιών -μεταξύ των οποίων και τα έργα των αδελφών Grimm και του Perrault- ακολουθεί δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Η πρώτη εκπροσωπείται από την ψυχίατρο Marie Louise von Franz η οποία θεωρεί τις γυναίκες σύμβολα κοινωνικού γένους με εξίσου θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά, ενώ η δεύτερη -πιο ριζοσπαστική- έχει ως εκπρόσωπο τη φεμινίστρια κριτικό Ruth Bottigheimer που παρουσιάζει τις γυναίκες ως παθητικά θύματα. Η πρώτη παρουσιάζει τη θεά Δήμητρα ως αρχή των δύο διαφορετικών χαρακτήρων γυναικών στα παραμύθια. Όπως η Δήμητρα παρουσιάζεται άλλοτε ως θεά της γονιμότητας και άλλοτε ως εκδικητική, έτσι στα παραμύθια υπάρχουν οι καλές γυναίκες (νεράιδες, στοργική μητέρα) και οι κακές (μάγισσες, μητριά) που είναι ματαιόδοξες, άδικες και με νευρωτική συμπεριφορά. Η δεύτερη υποστηρίζει ότι στα παραμύθια των Grimm συγκεκριμένα οι γυναίκες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι σιωπηλές και παθητικές και ότι κυριαρχούνται είτε από τις περιστάσεις είτε από μία κυρίαρχη ανδρική φιγούρα (Κανατσούλη, 2011: 155). Τους κατηγορεί ότι με την παθητική στάση των ηρωίδων δημιούργησαν μια συμβατική ηθική που βασίζεται στον πατριαρχισμό και ότι επηρέασαν και πολλά κατοπινά παραμύθια.

Για την κριτική που ασκήθηκε προς το έργο των Grimm ο Zipes (2006) αναφέρει ότι μετά το 1945 οι συγγραφείς της δυτικής Γερμανίας και οι κριτικοί θεώρησαν ότι τα παραμύθια των πρώτων εκπαιδεύουν τα παιδιά μαθαίνοντάς τα τους ρόλους και τις λειτουργίες της αριστοκρατικής κοινωνίας εμποδίζοντας την ελεύθερη ανάπτυξή τους. Τη δεκαετία του ‘60 που έγιναν διασκευές των παραμυθιών εμφανίστηκε ακόμη πιο έντονη η κριτική που υποστήριζε ότι τα παραμύθια περιέχουν σεξιστικές και ρατσιστικές ιδέες, παρουσιάζοντας παθητικές γυναίκες και δυναμικούς άνδρες. Γι’ αυτό, οι αναθεωρήσεις που ακολούθησαν αποσκοπούσαν στην παρουσίαση μιας πιο δίκαιης κοινωνίας.

Η Κανατσούλη (2011) αναφέρει ότι ο Zipes μελέτησε το ανδρικό φύλο στα παραμύθια των Grimm, μέσω αυτού έβγαλε συμπεράσματα για τη γυναίκα και κατέληξε στο ότι κυριαρχεί η ανδρική ηγεμονία και νοοτροπία και ότι ο άνδρας, αν και συμμετέχει ελάχιστα στην πλοκή, παίρνει στα χέρια του τη ζωή της ηρωίδας και δρα καθοριστικά στην εξέλιξη της ιστορίας, ενώ η κοπέλα έχει μοναδική επιλογή μετά την ενηλικίωσή της το γάμο. Και στα έργα του Perrault όμως ο Zipes υποστηρίζει ότι υπάρχει μία πολύ περιορισμένη οπτική για τη γυναίκα, καθώς θέλει να δημιουργήσει το πρότυπο της πολιτισμένης γυναίκας παρουσιάζοντάς την ευγενική, όμορφη, γλυκιά, και εγκρατή. Ο άνδρας ενεργεί, αυτή περιμένει και μόνος στόχος της είναι η κατάκτηση του όμορφου πρίγκιπα και ο γάμος (Zipes, 2006).

Νατάσα Δανιήλ

 

Αναφορές

Κανατσούλη, Μ. (2011). Πρόσωπα γυναικών σε παιδικά Λογοτεχνήματα, Αθήνα: Πατάκης.

Zipes, Z. (2006α). Why fairy tales stick: The evolution and relevance of a genre, N. York: Routledge.

Zipes, Z. (2006β). Fairy tales and the art of subversion, N. York: Routledge.

SHARE
Γεννήθηκα στις 25 Ιουλίου του 1979 στην Καρδίτσα. Αποφοίτησα το 2002 από το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από τότε ζω και εργάζομαι στην Καρδίτσα. Το 2009 παντρεύτηκα και απέκτησα μια κόρη και το 2011 γεννήθηκε ο γιος μου. Από το 2009 ως το 2014 ολοκλήρωσα το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Σπουδές στην Εκπαίδευση» στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Γνωρίζω αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά και τον ελεύθερό μου χρόνο ζωγραφίζω.