Μίχαλος: Άκρως εγκληματική τυχόν αύξηση των εργοδοτικών εισφορών

Μίχαλος: Άκρως εγκληματική τυχόν αύξηση των εργοδοτικών εισφορών

Μίχαλος: Άκρως εγκληματική τυχόν αύξηση των εργοδοτικών εισφορών

«Εκρηκτικό αρνητικό μείγμα» δημιουργεί ο συνδυασμός της μεταφοράς της φορολογικής έδρας ολοένα περισσότερων ελληνικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό και της προσφυγής τους σε ξένες τράπεζες αντί για τις εγχώριες, όπως επισήμανε ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδας (ΚΕΕΕ), Κωνσταντίνος Μίχαλος, μιλώντας σε δημοσιογράφους στο περιθώριο της 1ης συνάντησης βαλκανικών επιμελητηρίων στη Φλώρινα.

Ο ίδιος σημείωσε, πάντως, ότι οι αριθμοί που ακούγονται σε ό,τι αφορά τον αριθμό των ελληνικών επιχειρήσεων οι οποίες έχουν ήδη μεταναστεύσει (60.000- 63.000) δεν εδράζονται στην πραγματικότητα και τη λογική.

«Ακριβείς αριθμούς δεν μπορεί να έχει κανένας, είναι όμως γεγονός ότι με την ευκολία που υπάρχει πλέον, είναι πολλοί οι επιχειρηματίες που μεταναστεύουν. Προ δύο ετών ήταν πιο κοστοβόρος η όλη διαδικασία και ακόμη υπήρχε ο παράγων ελπίδα. Σήμερα επειδή έχει απλοποιηθεί και η διαδικασία εκ μέρους των βαλκανικών χωρών είναι πολύ πιο εύκολο και παρατηρείται και μετανάστευση της φορολογικής έδρας και τραπεζικές συνεργασίες μεταξύ ελληνικών εταιρειών και ξένων τραπεζικών ιδρυμάτων, ιδίως στη Βουλγαρία και την Κύπρο», σημείωσε ο κ. Μίχαλος και υποστήριξε ότι «αυτά τα δύο μαζί μπορούν να αποτελέσουν ένα εκρηκτικό αρνητικό μείγμα σε ό,τι αφορά την ομαλή λειτουργία της αγοράς, της οικονομίας και της ευρύτερης κοινωνίας. Διότι αν συνεχίσει να υπάρχει μεγάλη μετανάστευση, θα μειωθούν έτι περαιτέρω τα φορολογικά έσοδα της χώρας, και αν τα χρήματα των επιχειρήσεων διοχετεύονται σε ξένα τραπεζικά συστήματα, στην ουσία καθηλώνεται το (ελληνικό) τραπεζικό σύστημα».

Κληθείς να σχολιάσει όσα ακούγονται περί αύξησης των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, ο πρόεδρος της ΚΕΕΕ είπε: «Αν θέλουμε να δημιουργήσουμε μια τροχοπέδη στην επιχειρηματικότητα, αρκεί αυτή η αύξηση που συζητείται στους διαδρόμους τους υπουργείου Οικονομικών. Εργοδοτικές εισφορές κατά 1% του τζίρου των επιχειρήσεων είναι κάτι άκρως εγκληματικό. Υπάρχουν επιχειρήσεις οι οποίες λόγω αντικειμένου -καινοτόμες, τεχνολογικές, πληροφορικής- μπορεί να έχουν πολύ μικρό αριθμό εργαζομένων, τέσσερις ή πέντε, και να κάνουν τζίρο 10-12 εκατ. ευρώ. Το 1% σε αυτόν τον τζίρο είναι 120.000. Όταν κάποιος εκπληρώνει πλήρως τις υποχρεώσεις προς τους εργαζομένους, πώς είναι δυνατό να κληθεί -τη στιγμή που έχει πολύ περιορισμένο δείκτη κέρδους και απλά αποσκοπεί σε μεγάλο τζίρο- να πληρώσει το 1% το συνολικού τζίρου, που είναι 120.000 για τέσσερις-πέντε εργαζομένους; […] Δεν πιστεύω ότι στο τέλος αυτό θα εφαρμοστεί».

Πρόσθεσε ότι αυτό που πρέπει να αντιληφθούν οι εταίροι και δανειστές της Ελλάδας είναι ότι διανύοντας την έκτη υφεσιακή χρονιά το οικονομικό σύστημα έχει στερέψει και η φοροδοτική ικανότητα των Ελλήνων έχει εξαντληθεί εδώ και πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. «Κινδυνεύουμε με διαρραγή της κοινωνικής ειρήνης και αυτό δεν είναι επιθυμητό από κανέναν, ούτε από τους εταίρους και δανειστές μας, που ευελπιστούν κι αυτοί ότι κάποια στιγμή θα πάρουν τα λεφτά τους», υπογράμμισε.

Νωρίτερα, κατά την ομιλία του από το βήμα της 1ης συνάντησης των βαλκανικών επιμελητηρίων, που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του επιμελητηρίου Φλώρινας, επισήμανε ότι «η συνεχής διεύρυνση των επιχειρηματικών σχέσεων μεταξύ των γειτονικών χωρών αποτελεί την ασφαλέστερη εγγύηση για την ειρηνική συνύπαρξη». Πρόσθεσε ότι στο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον η εξωστρέφεια είναι μονόδρομος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. «Από το 2012, μία στις τρεις ελληνικές ΜμΕ με εξαγωγική δραστηριότητα πέτυχε αύξηση του ποσοστού εξωστρέφειας. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν η αύξηση στις επιχειρήσεις της περιφέρειας, που κατόρθωσαν να διπλασιάσουν τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιούν στο εξωτερικό, από το 24% το 2012 στο 44% το 2014», είπε και αφού απαρίθμησε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές εξαγωγικές ΜμΕ (πχ, γραφειοκρατία, υψηλό διοικητικό κόστος) επισήμανε ότι στόχος πρέπει να είναι η εξωστρέφεια ν΄ αναπτυχθεί περισσότερο ως συνειδητή επιλογή και λιγότερο ως λύση ανάγκης.