Ομιλία του Περιφερειακού Συμβούλου Κωνσταντίνου Νούσιου, στο Περιφερειακό Συμβούλιο Θεσσαλίας με θέμα...

Ομιλία του Περιφερειακού Συμβούλου Κωνσταντίνου Νούσιου, στο Περιφερειακό Συμβούλιο Θεσσαλίας με θέμα «Γεωργία, κτηνοτροφία, προβλήματα, προτάσεις, προοπτική»

Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, με αξιοζήλευτο φυσικό πλούτο, η γεωργία και η κτηνοτροφία θα έπρεπε να αποτελούν κεντρικό κρίκο της παραγωγικής αλυσίδας. Αντιθέτως, είναι τομείς που έχουν πληγεί βαθιά τα χρόνια των μνημονίων και σήμερα βρίσκονται ξανά αντιμέτωποι με μια σειρά άγριων μέτρων, που μοιάζει σαν το τελειωτικό χτύπημα. 

Η στάση που κρατά η κυβέρνηση απέναντι στους δύο κλάδους, είναι απόδειξη της άγνοιάς της για την καθοριστική σημασία του πρωτογενούς τομέα για την ελληνική οικονομία και το ρόλο που αμφότεροι δύνανται να διαδραματίσουν στην ανάταση της παραγωγικής δραστηριότητας και στην πολυπόθητη ανάπτυξη.

Η κρίση που συνεχώς διογκώνεται, έχει φέρει τον πρωτογενή τομέα παραγωγής στα όρια της παραγωγικής του επιβίωσης. Γεωργία και κτηνοτροφία εκπέμπουν SOS, ενώ ετοιμάζονται να δεχτούν νέα πλήγματα και το μέλλον φαντάζει ζοφερό.

Σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, με την κοινωνία σε αγωνιώδη αναμονή και κλίμα ανασφάλειας, καλούμαστε σήμερα ως Περιφέρεια να προτείνουμε λύσεις. Πρόκληση αναμφισβήτητα, δεδομένων των περιορισμένων οικονομικών εργαλείων και πόρων που έχουμε στα χέρια μας, αλλά και τον συγκεντρωτισμό που παρουσιάζει τελευταία η κεντρική εξουσία, αφαιρώντας αρμοδιότητες από τους τοπικούς φορείς, επιδιώκοντας να λαμβάνει αποφάσεις… μονομερώς, για εμάς χωρίς εμάς.

Υπό την πίεση λοιπόν των εξελίξεων και της αδυσώπητης πολιτικής επικαιρότητας, το ερώτημα που προκύπτει είναι με ποιους τρόπους μπορούν να θωρακιστούν οι δύο κλάδοι που αργοπεθαίνουν, πώς θα αποφευχθεί ο αφανισμός τους και με ποιες δράσεις θα τους θέσουμε ξανά σε κίνηση, προκειμένου να επιτελέσουν το ζωτικό τους ρόλο στην υπό κρίση ελληνική κοινωνία και οικονομία.

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Αναπόφευκτα, σε κάθε κλάδο της παραγωγικής διαδικασίας υπάρχουν προβλήματα. Αυτό που ξενίζει στην περίπτωση του πρωτογενούς τομέα, είναι πως τη μεγαλύτερη ευθύνη δεν φέρουν έξωθεν παράγοντες, αλλά η ίδια η ελληνική κυβέρνηση, που άμεσα ή έμμεσα βάζει προσκόμματα, υπονομεύοντας κάθε προσπάθεια ομαλής λειτουργίας, ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού του.

Σε μία γεωργία και κτηνοτροφία που υποφέρουν από:  

– το μεγαλύτερο κόστος παραγωγής στην Ευρώπη,

– την έλλειψη ρευστότητας και χρηματοδότησης του κλάδου,

– την κατάρρευση των τιμών των προϊόντων,

– την απώλεια των αγορών,

– καιρικές αντιξοότητες και καταστροφικές ζημίες στην φυτική και ζωική παραγωγή τα τελευταία χρόνια

έρχονται να προστεθούν

– τα ισοπεδωτικά μέτρα της αύξησης του ΦΠΑ των αγροεφοδίων (από 13% στο 23%),

– η σταδιακή αύξηση του συντελεστή του φόρου εισοδήματος στο 26% (από 13%, γίνεται 20% το 2016 και 26% το 2017) και της προκαταβολής του στο 100% (από 55% που ήταν μέχρι σήμερα),

– ο τριπλασιασμός των ασφαλιστικών εισφορών (σε βάθος τριών έως πέντε ετών),

– η περαιτέρω φορολόγηση των επιδοτήσεων και ενισχύσεων από το πρώτο ευρώ από το 2016,

– η κατάργηση μιας σχετικά μικρής επιστροφής στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης πετρελαίου (μειώθηκε στο 50% το 2015 και το 2016 καταργείται εντελώς),

– η κατάργηση του αγροτικού τιμολογίου στο ηλεκτρικό ρεύμα (αύξηση της ενέργειας -ρεύμα, πετρέλαιο, νερό- κατά 40%)

Πιο αναλυτικά,

* Φορολόγηση και ασφαλιστικό:

Οι μνημονιακές δεσμεύσεις που θα υλοποιήσει η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με τους εταίρους, με την επιβολή πολύ σκληρών μέτρων σε φορολογικό-ασφαλιστικό και τεράστιες περικοπές των επιδοτήσεων, θα καταστήσουν την άσκηση γεωργικής και κτηνοτροφικής δραστηριότητας απαγορευτική.

Τα συγκεκριμένα μέτρα, η εφαρμογή της εργαλειοθήκης ΟΟΣΑ και η ανακατανομή της νέας ΚΑΠ (Κεντρική Αγροτική Πολιτική), αποτελούν την «ταφόπλακα» του αγροκτηνοτροφικού πληθυσμού, όχι μόνο της Περιφέρειάς μας αλλά και ολόκληρης της χώρας, καθώς οδηγούν μαθηματικά στην εκτίναξη του κόστους παραγωγής και στη μείωση του ήδη συρρικνωμένου τους εισοδήματος.

Βάσει υπολογισμών, για το 2016 και το 2017, ζητείται από αγρότες και κτηνοτρόφους να αποδώσουν φόρους και περικοπές περίπου δύο δις ευρώ (που ισοδυναμεί με το σύνολο των επιδοτήσεων που λαμβάνει η χώρα)!

Ήδη ψηφίστηκε από την Ολομέλεια της Βουλής την περασμένη Πέμπτη το νομοσχέδιο που προβλέπει, μεταξύ άλλων, μαχαίρι στις φοροαπαλλαγές των αγροτών στο πετρέλαιο diesel, με τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης να αυξάνεται από τα 66 στα 200 ευρώ ανά χιλιόλιτρο.

Όσον αφορά στο ασφαλιστικό, το Υπουργείο Εργασίας προκρίνει τη λύση της δημιουργίας ενός ενιαίου φορέα ασφάλισης, που φυσικά θα οδηγήσει σε διεύρυνση του ελλείμματος του νέου ταμείου, με τις συνακόλουθες συνέπειες για τους ασφαλιζόμενους. Η ένταξη των αγροτών στον νέο φορέα, σε συνδυασμό με τις μνημονιακές δεσμεύσεις για αντιστοίχιση των εισφορών με αυτές που καταβάλλονται προς το ΙΚΑ και κατάργηση της κρατικής χρηματοδότησης, οδηγεί έως και σε τριπλασιασμό των εισφορών που πληρώνουν σήμερα για τη σύνταξή τους.

* Παύση πληρωμών:

Η παύση πληρωμών των τελευταίων ετών προς τους δικαιούχους αγρότες, νέους αγρότες και κτηνοτρόφους είναι ένα ακόμα τεράστιο ζήτημα, που έχει φτάσει την κατάσταση των δύο κλάδων στο σημερινό τέλμα.

Από το 2012 ως το 2015, υπάρχει υπόλοιπο προς τον πρωτογενή τομέα, που ανέρχεται στα 800 εκ. ευρώ, ποσό που αφορά σε:

– Επιστροφή φόρου πετρελαίου, περίπου 350 εκ. ευρώ. Η καταβολή του έχει καθυστερήσει σε πολλές περιπτώσεις από το 2013.

– Αποζημιώσεις από τον ΕΛ.Γ.Α. για καταστροφή καλλιεργειών από καιρικά φαινόμενα. Προτεραιότητα για τον Οργανισμό φέρεται να έχει ο συμψηφισμός των χρημάτων αυτών με τις εισφορές των αγροτών.

– Κοινοτικές ενισχύσεις: Τα Σχέδια βελτίωσης νέων αγροτών με προγράμματα τυποποίησης και πιστοποίησης (200 εκ. ευρώ) αλλά και προγράμματα 3 ετών για το περιβάλλον, όπως η νιτρορύπανση και η βιολογική κτηνοτροφία-γεωργία, είναι επίσης απλήρωτα (150 εκ. ευρώ).

– Η εξισωτική αποζημίωση, άρθρο 68 και οι βοσκότοποι για τους κτηνοτρόφους προηγουμένων ετών (40 εκ. ευρώ)

Μιλάμε για χρήματα που μικρές οικογένειες αγροτών και κτηνοτρόφων υπολόγιζαν για τα προς το ζην και δεν έλαβαν ποτέ από τους δημόσιους φορείς. Η ασυνέπεια της Πολιτείας στις υποχρεώσεις της, έχει φέρει πολλούς αγρότες στα πρόθυρα οικονομικής καταστροφής.

* Ανταγωνισμός-εισαγωγές:

Η χώρα μας είναι ελλειμματική στα κυριότερα αγροτικά και κυρίως κτηνοτροφικά προϊόντα όπως αγελαδινό γάλα, βόειο και χοίρειο κρέας, με αποτέλεσμα οι εισαγωγές σε γάλα και κρέας να βαρύνουν το εμπορικό ισοζύγιο και να φτάνουν περίπου στα 2 δισ. ευρώ.

Η αθρόα εισαγωγή ζωικών προϊόντων οφείλεται στο ότι δεν παράγονται ανταγωνιστικά στην Ελλάδα λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής (κυρίως εξαιτίας του κόστους των ζωοτροφών), κι έτσι προκαλούνται αλυσιδωτά προβλήματα.

Στην κτηνοτροφία και την αγελαδοτροφία, η εφαρμογή του ΦΠΑ και το «άνοιγμα» των ημερών του φρέσκου γάλατος, δημιουργούν τεράστια ζητήματα οικονομικής φύσης και η βιωσιμότητα του τομέα κρίνεται πλέον αμφίβολη. Σύμφωνα με στοιχεία μελέτης που εκπόνησε το 2014 το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών ερευνών, την τελευταία τετραετία παρατηρείται φθίνουσα πορεία του κτηνοτροφικού κλάδου λόγω μείωσης της κτηνοτροφικής παραγωγής, του ζωικού κεφαλαίου και του εργατικού δυναμικού.

Ακόμα, σε πολλές περιπτώσεις, εισαγόμενα σε μεγάλες ποσότητες προϊόντα πλασάρονται ως ελληνικά, σε κεντρική μάλιστα θέση των ραφιών των σούπερ μάρκετ. Οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές είναι απούσες, αδιαφορώντας για την αντιμετώπιση τέτοιων πρακτικών «ελληνοποιήσεων».

 

Ο αγροτικός και κτηνοτροφικός κόσμος βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα σοβαρό αδιέξοδο και οι κυβερνητικές επιλογές τον φέρνουν ένα βήμα πριν τον αφανισμό. Αν καταρρεύσει ο πρωτογενής τομέας παραγωγής, θα συμπαρασύρει σαν ντόμινο και τον δευτερογενή της μεταποίησης αλλά και τις εξαγωγές προϊόντων, που κατέκτησαν με πολύ κόπο τη θέση τους στις δύσκολες αγορές του εξωτερικού.

 

Υπολογίζεται πως αν περάσουν τα προαπαιτούμενα του τρίτου μνημονίου που αφορούν στους εν λόγω κλάδους, τα επόμενα χρόνια θα χαθεί από τη Θεσσαλία περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ, 30 χιλιάδες θέσεις εργασίας και ακαλλιέργητη γη πολλών χιλιάδων στρεμμάτων.

 

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ-ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ:

 

Εκτός από τη δεδομένη υποστήριξη των δίκαιων αιτημάτων των αγροτών και των κτηνοτρόφων για απόσυρση των σκληρών μέτρων σε φορολογία και ασφαλιστικό και την άμεση απόδοση των ενισχύσεων και αποζημιώσεων παλαιότερων ετών που δικαιούνται, η Περιφέρεια οφείλει να προτείνει λύσεις, κοιτώντας όχι μόνο το άμεσο, αλλά και το απώτερο μέλλον.

 

Αυτό λοιπόν που χρειάζεται ο πρωτογενής τομέας για να αναγεννηθεί και να επιβιώσει των δυσχερών οικονομικών συνθηκών, αλλά και η χώρα για να μπορέσει να ελπίζει σε ανάπτυξη, είναι η οργάνωση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου.

Η λύση απέναντι στην κρίση και το χρέος δεν είναι η εξοντωτική φορολογία (είναι ενδεικτικό πως παρά την αύξηση των φόρων, τα έσοδα από αυτούς συρρικνώθηκαν κατά 8 δις ευρώ τα τελευταία πέντε χρόνια), αλλά ο επαναπροσανατολισμός του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, χωρίς τον οποίο θα συνεχίσουμε να κινούμαστε στον ατέρμονο κύκλο του δανεισμού και της λιτότητας.

Η ανάγκη για παραγωγική ανασυγκρότηση, που θα λαμβάνει υπόψη τη χρηματοδότηση της παραγωγής, το λαθρεμπόριο, τα «κόκκινα δάνεια», την απαραίτητη αυστηροποίηση του ορισμού του επαγγελματία αγρότη και άλλες σημαντικές παραμέτρους για την επιβίωση του πρωτογενούς τομέα, είναι πιο επιτακτική από ποτέ.

Το νέο αυτό μοντέλο, θα έχει ως βασικούς του πυλώνες:

  • τη μείωση των φορολογικών συντελεστών
  • τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών
  • τη μείωση του κόστους παραγωγής και
  • τη βελτίωση της ταχύτητας στην παραγωγή

Δημιουργείται έτσι ένα ασφαλές πλαίσιο με προϋποθέσεις ανάπτυξης, που δίνει κίνητρα για παραγωγή και βοηθάει στην πάταξη της φοροδιαφυγής και κυρίως την αύξηση των θέσεων εργασίας, που θα πρέπει να αποτελεί το πρώτο μέλημα του εγχειρήματος, σε μια χώρα με καλπάζουσα ανεργία.

 

Μιλώντας για την ανεργία, χαρακτηριστικό παράδειγμα για την αλληλεξάρτηση μεταξύ των κλάδων παραγωγής, που αποδεικνύει ταυτόχρονα το πόσο κρίσιμα σημαντική είναι η κτηνοτροφία για την απασχόληση, είναι πως κάθε θέση εργασίας στην κτηνοτροφία, συμβάλει στη δημιουργία τουλάχιστον άλλων 10, σε τομείς που σχετίζονται με αυτή στο δευτερογενή και τριτογενή τομέα.

 

Η προαναφερθείσα μείωση του κόστους παραγωγής μπορεί να επιτευχθεί με πλείστους τρόπους, όπως μείωση της καταναλούμενης ενέργειας (με κάρτα για μειωμένη τιμή πετρελαίου στους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, μείωση της τιμής της κιλοβατώρας, αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, παραγωγή ενέργειας με εγκατάσταση φωτοβολταϊκών με σκοπό την αυτοκατανάλωση), εκσυγχρονισμός του μηχανολογικού εξοπλισμού κ.α.

Το νέο παραγωγικό μοντέλο, μέσω της μείωσης του κόστους παραγωγής, θα συμβάλει επίσης στην κάλυψη της διατροφικής επάρκειας της χώρας και στην απαγκίστρωσή μας από τις εισαγωγές.

 

Η αξιοποίηση στο έπακρο των μηχανισμών χρηματοδότησης, είναι βασικός συντελεστής επιτυχίας κάθε παραγωγικού μοντέλου. Στη χώρα μας, η επιμήκυνση της χρηματοπιστωτικής κρίσης έχει δυσχεράνει την εξασφάλιση πιστώσεων και την ρευστότητα στον πρωτογενή τομέα. Το κράτος, μέσω της δημιουργίας ενός φορέα χρηματοδότησης ή Τράπεζας ειδικού σκοπού, θα πρέπει να διασφαλίζει χρηματοδοτικούς πόρους και να μεσολαβεί για την παροχή άτοκων καλλιεργητικών δανείων, παρέχοντας κίνητρα στους νέους και μικρομεσαίους αγρότες και τους κτηνοτρόφους, όπως συμβαίνει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Κεντρικό αίτημα του εθνικού σχεδιασμού ανάπτυξης που θα χαραχθεί, οφείλει να είναι και η εξάλειψη της γραφειοκρατίας και των διοικητικών αγκυλώσεων, ώστε να διευκολυνθούν και να επιταχυνθούν οι διαδικασίες σε όλα τα επίπεδα παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων στον πρωτογενή τομέα αλλά και η σύσταση ομάδων παραγωγών.

 

Ο στόχος της αύξησης των κερδών των παραγωγών, θα είναι πιο εφικτός εάν δοθεί ισχυρός ρόλος στους συνεταιρισμούς και έμφαση στη δημιουργία οργανώσεων παραγωγών. Η εφαρμογή ενός συγκεντρωτικού μοντέλου δεν ενδείκνυται, καθώς θα οδηγούσε σε μια γεωργία-κτηνοτροφία τσιφλικάδων, εκτοπίζοντας τους μικρομεσαίους. Η αγροτική οικονομία της χώρας μας στηρίζεται σε οικογενειακές εκμεταλλεύσεις που παράγουν προϊόντα σε μικρή κλίμακα μεν, μεγάλης προστιθέμενης αξίας δε, και η βέλτιστη στρατηγική είναι να οργανωθούν σε συνεταιρισμούς. Τα πλεονεκτήματα; Μείωση του κόστους παραγωγής και επενδύσεων, βελτίωση της τυποποίησης, από κοινού αντιμετώπιση των προκλήσεων της αγοράς, ενίσχυση της διαπραγματευτικής δύναμης των παραγωγών, διεύρυνση του αριθμού των αγοραστών.

 

Η διαρκής επιδίωξη της καινοτομίας είναι μία ακόμα αιχμή της προτεινόμενης αναδιάρθρωσης και βασική προϋπόθεση για την προσαρμογή της παραγωγής στις ανάγκες των καταναλωτών. Με την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, μεθόδων, πρακτικών και συστημάτων σε όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας, θα ενισχυθεί η παραγωγή, η εξωστρέφεια, η ποιότητα και η ανταγωνιστικότητα. Τα παραπάνω θα έχουν πολλαπλασιαστικά οφέλη, καθώς με τη δημιουργία κατάλληλων συμβουλευτικών υπηρεσιών (π.χ. γεωργικοί σύμβουλοι με εστίαση στην καινοτομία) και υποστηρικτικών μηχανισμών μεταφοράς τεχνολογίας (π.χ. ψηφιακές πλατφόρμες) στις διάφορες παραγωγικές κατευθύνσεις και δραστηριότητες καθώς και με την κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού στον αγροτικό χώρο (βασική κατάρτιση, επιδεικτικά αγροκτήματα, επισκέψεις κ.α.), θα προκύψουν νέες θέσεις απασχόλησης.

 

Σε αυτήν την κατεύθυνση θα συνέβαλε και η σύνδεση της έρευνας με την παραγωγή, για την ανάδειξη και άμεση εφαρμογή των πραγματικών αναγκών και προτεραιοτήτων της ελληνικής γεωργίας και κτηνοτροφίας.

 

Ιδιαίτερης σημασίας είναι και η ανάδειξη της ποιότητας της πρωτογενούς μας παραγωγής, που θα μπορούσε να επιτευχθεί με τη διαμόρφωση μιας μακροχρόνιας στρατηγικής ποιότητας, που θα θεμελιώσει ένα δυνατό brand name για τα προϊόντα μας στη διεθνή αγορά και θα τα συνδέσει με την ελληνική διατροφή.

 

Η Περιφέρεια Θεσσαλίας, πρότυπο λειτουργίας σε όλα τα επίπεδα, έχει εμπράκτως αποδείξει τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον της για την ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, μέσα από δράσεις και την εκτέλεση μεγάλων έργων υποδομής, απαραίτητων για την ανάπτυξη του τόπου μας.

 

Η αύξηση της διαχειριστικής της επάρκειας για το νέο ΕΣΠΑ 2014 -2020, έστω και με λιγότερα χρήματα σε σχέση με παλιότερα, κινείται προς την ίδια κατεύθυνση: την καταλληλότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων με την υλοποίηση έργων προς όφελος της κοινωνίας και των παραγωγικών της μηχανισμών.

 

Η παραγωγική μεταρρύθμιση που καλούμαστε να σχεδιάσουμε και να τοποθετήσουμε στην κορυφή της ατζέντας της Περιφέρειας αλλά και της κυβέρνησης, πρέπει να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις των καιρών και να υψώνεται πάνω από τους περιορισμούς των μνημονίων. Η εφαρμογή του συγκεκριμένου ή ενός παρόμοιας λογικής προγράμματος, είναι ίσως ο μόνος δρόμος για να βγει η χώρα από την ύφεση, να παραχθεί εθνικός πλούτος και να τεθεί ξανά η οικονομία μας σε τροχιά ανάπτυξης, προσελκύοντας με αυτόν τον τρόπο και επενδύσεις.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία μιας τέτοιας προσπάθειας, είναι η αναγνώριση του κοινού στόχου και η ύπαρξη ενιαίας στρατηγικής και συντονισμένης δράσης απ’ όλους τους εμπλεκόμενους.

 

Κλείνοντας,

 

η Περιφέρεια εκφράζει ανοιχτά την αντίθεσή της στην υιοθέτηση οποιοδήποτε μέτρου οδηγεί στην εξόντωση του πρωτογενούς τομέα.

 

Και θα αρνηθεί να υποδυθεί το διακοσμητικό ρόλο που της επιφυλάσσει η κυβέρνηση, με τη λογική «αυτά ζητούν οι δανειστές και δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς». Η παραίτηση και η μοιρολατρία δε χωρούν στην πολιτική, την τέχνη του εφικτού.

 

Στις δύσκολες μνημονιακές μέρες που διανύουμε, διαθέτοντας την αίσθηση του τοπικού» και γνωρίζοντας καλά τις κοινωνίες που αντιπροσωπεύουν, οι Περιφέρειες έχουν τη δυνατότητα να αναδειχτούν στον πλέον αξιόπιστο θεσμό διοίκησης για τους πολίτες. Καλούνται να εδραιωθούν σε κεντρική θέση στην εγχώρια πολιτική σκηνή, διεκδικώντας από την κεντρική διοίκηση πολιτικές ανθρώπινες, με πρόσημο κοινωνικό.

 

Θα είμαστε δίπλα στον αγώνα των γεωργών και των κτηνοτρόφων της Θεσσαλίας και όλης της Ελλάδας και θα υποστηρίξουμε κάθε δίκαιο αίτημα και αγώνα, από τη στιγμή που θίγονται βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτά της εργασίας και της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

 

Τα μέτρα που προωθεί η κυβέρνηση είναι αντιαναπτυξιακά και δίνουν τη χαριστική βολή στον πρωτογενή τομέα. Για να υπάρξει ανάπτυξη, πρέπει να παραχθεί πλούτος. Κι αυτό δε θα συμβεί μέσα από τη διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας. Και σίγουρα δεν είναι αυτός ο δρόμος της εξόδου της χώρας από την κρίση.

 

Η γεωργία και η κτηνοτροφία δεν είναι απλώς δύο κλάδοι της παραγωγικής δραστηριότητας, η «βαριά μας βιομηχανία», αλλά συμβολίζουν πολλά περισσότερα. Είναι η ταυτότητά μας, είναι η παράδοση, είναι η φυσική μας κληρονομιά. Ο πρωτογενής τομέας παραγωγής ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ και είναι χρέος μα