Οι σημερινοί νέοι καταβάλλουν υψηλές εισφορές, αλλά δεν θα πάρουν σύνταξη

Οι σημερινοί νέοι καταβάλλουν υψηλές εισφορές, αλλά δεν θα πάρουν σύνταξη

Οι σημερινοί νέοι καταβάλλουν υψηλές εισφορές, αλλά δεν θα πάρουν σύνταξη

Διπλό πλήγμα από την κρίση δέχονται οι σημερινοί εικοσάρηδες ιδιαίτερα στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Σήμερα πληρώνουν πολύ υψηλό τίμημα όντας οι περισσότεροι άνεργοι, γεγονός που τους αναγκάζει να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον οικογενειακό κύκλο για τη συντήρησή τους. Το δεύτερο πλήγμα θα το δεχτούν όταν θα έρθει η ώρα της συνταξιοδότησής τους, γύρω στο 2060. Τότε θα ανακαλύψουν ότι σε ολόκληρο τον εργασιακό τους βίο κατέβαλλαν αυξημένες εισφορές, σε σχέση με τους σημερινούς συνταξιούχους, αλλά ότι η σύνταξη που θα πάρουν θα είναι κατά πολύ μικρότερη από αυτή που λαμβάνουν οι σημερινοί συνταξιούχοι.

Τα μέτρα λιτότητας και οι μεταρρυθμίσεις που εφάρμοσε η ελληνική κυβέρνηση, αλλά και πολλές άλλες ευρωπαϊκές, προκειμένου να αντιμετωπίσει την κρίση, διευρύνουν το χάσμα μεταξύ των γενεών πλήττοντας δυσανάλογα σκληρά τους σημερινούς νέους προς όφελος των ήδη συνταξιούχων, σύμφωνα με μελέτη του ευρωπαϊκού think tank Bruegel. Οι επιπτώσεις θα είναι οδυνηρές για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας τις επόμενες δεκαετίες, αν δεν μεταφέρει σύντομα πόρους από την καταβολή συντάξεων στην παιδεία και δεν αυξήσει τις κοινωνικές δαπάνες προς οικογένειες και παιδιά. Το χάσμα στα εισοδήματα και στον πλούτο μεταξύ των γενεών υπήρχε και πριν από το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και τη μετεξέλιξή της σε κρίση δημοσίου χρέους της Ευρωζώνης, ωστόσο οι κρίσεις και η διαχείρισή τους από τις κυβερνήσεις το διεύρυναν ακόμη περισσότερο. Η ανεργία αυξήθηκε στη διάρκεια της κρίσης δυσανάλογα πολύ μεταξύ των νέων, με αποτέλεσμα ακόμη περισσότεροι να ζουν σε καθεστώς φτώχειας και υλικής στέρησης.
Το ποσοστό των νέων στην Ελλάδα που ούτε εργάζονται, ούτε σπουδάζουν, ούτε βρίσκονται σε καθεστώς μαθητείας (ένας δείκτης που καταγράφει με μεγαλύτερη ακρίβεια την παγίδευση ανθρώπων σε καθεστώς εξαναγκαστικής απραξίας) ήταν ήδη υψηλό το 2007, όταν βρισκόταν περίπου στο 11%, ωστόσο μέχρι το 2013 είχε φτάσει το 20%, το τρίτο υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ενωση μετά τη Βουλγαρία και την Ιταλία.

Μάλιστα, στην Ελλάδα καταγράφεται το δεύτερο υψηλότερο (μετά την Ιρλανδία) ποσοστό αύξησης του βαθμού υλικής στέρησης μεταξύ νέων κάτω των 18 ετών, ενώ σοβαρή επιδείνωση της κατάστασης καταγράφεται και σε Ισπανία, Βρετανία, Ιταλία, Κύπρο, Εσθονία και Ολλανδία.

Τα αίτια

Τρία είναι τα βασικά αίτια που οδήγησαν σε αύξηση του χάσματος μεταξύ νέων και συνταξιούχων, σύμφωνα με τους ερευνητές του Bruegel, Πία Χουτλ, Kάρεν Ουίλσον και Γκούντραμ Γουλφ. Πρώτον, η κυκλική μακροοικονομική διαχείριση της κρίσης από τις κυβερνήσεις, δεύτερον, τα συγκεκριμένα μέτρα λιτότητας που επέλεξαν να εφαρμόσουν και, τρίτον, η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος υπέρ των σημερινών συνταξιούχων.

Κατά τους ερευνητές του Bruegel, η ανεργία των νέων αυξάνεται ούτως ή άλλως δυσανάλογα πολύ σε σχέση με τη συνολική ανεργία σε περιόδους ύφεσης. Ωστόσο τα δημοσιονομικά ελλείμματα που εμφάνιζαν οι χώρες που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης τις εμπόδισαν να εφαρμόσουν αντικυκλική πολιτική την περίοδο της ύφεσης (δηλαδή να αυξήσουν τις κρατικές δαπάνες τους ώστε να περιορίσουν τις επιπτώσεις), επιλογή που οδήγησε σε πολύ μεγάλες περικοπές δαπανών που «επιδείνωσαν σημαντικά την ύφεση σε αυτές τις χώρες και αύξησαν την ανεργία και ιδιαίτερα στις νεαρές ηλικίες». Οι αρνητικές συνέπειες εντάθηκαν ακόμη περισσότερο εξαιτίας της «κατάρρευσης» των δημοσίων επενδύσεων σε ευάλωτες χώρες. Δεύτερη βασική αιτία είναι τα συγκεκριμένα μέτρα λιτότητας που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις. Σε Ελλάδα, Ιρλανδία και Πορτογαλία αυξήθηκαν μεταξύ 2008 και 2013 κατά 1,1% οι δαπάνες για την αντιμετώπιση της ανεργίας ενώ μειώθηκαν κατά 0,3% οι δαπάνες για την παιδεία και κατά 0,2% οι δαπάνες για οικογένειες και παιδιά. Παράλληλα, αυξήθηκαν κατά 2,9% οι δαπάνες για συντάξεις. «Συνεπώς, είχαμε μεταφορά των κρατικών δαπανών από οικογένειες και παιδιά και από την παιδεία προς τους συνταξιούχους, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ των γενεών», παρατηρούν οι ερευνητές του Bruegel.»

Πώς θα λυθεί το πρόβλημα

Κατά το Bruegel το χάσμα μεταξύ των γενεών μπορεί να μειωθεί αν ληφθούν μέτρα για την καταπολέμηση της ανεργίας των νέων, αν συμφωνηθεί κοινή δημοσιονομική πολιτική στην Ευρωζώνη και αν μοιραστεί δικαιότερα το βάρος της μεταρρύθμισης των συνταξιοδοτικών συστημάτων μεταξύ νέων και συνταξιούχων. Η καταπολέμηση της ανεργίας των νέων έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι τα σημερινά παιδιά θα αποτελέσουν το εργατικό δυναμικό του αύριο. Η επένδυση στην παιδεία και σε μηχανισμούς στήριξης της οικογένειας και των παιδιών σήμερα θα έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερη παραγωγικότητα και απασχόληση αύριο. Οσον αφορά τις συντάξεις, οι περισσότερες κυβερνήσεις θα πρέπει να τις περικόψουν περισσότερο σήμερα, ώστε να μη μειωθούν τόσο πολύ οι συντάξεις των σημερινών νέων γύρω στο 2060.

Πολύ μεγάλη μείωση ποσοστών αναπλήρωσης

Μία ακόμα βασική αιτία είναι η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, η οποία στην περίπτωση ιδιαίτερα της Ελλάδας (και ακόμη περισσότερο της Κύπρου) έγινε με τέτοιο τρόπο ώστε να ευνοεί τους σημερινούς συνταξιούχους εις βάρος των σημερινών νέων. Οι ερευνητές χρησιμοποιούν το ποσοστό αναπλήρωσης σύνταξης, δηλαδή την αναλογία της μέσης σύνταξης προς τον μέσο καθαρό μισθό στην οικονομία, ώστε να κρίνουν κατά πόσο η μεταρρύθμιση ευνόησε τους σημερινούς συνταξιούχους ή τους σημερινούς νέους ή κατά πόσο ήταν δίκαιη, έγινε δηλαδή με ουδέτερο τρόπο. Στην περίπτωση της Ελλάδας, συγκρίνοντας τα ποσοστά αναπλήρωσης σύνταξης το 2007 και την πρόβλεψη που υπήρχε τότε για το 2060 και τα ποσοστά αναπλήρωσης σύνταξης το 2013 και την πρόβλεψη για το 2060, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος ευνόησε κατά κράτος τους σημερινούς συνταξιούχους (ή αν θέλετε επιβάρυνε πολύ λιγότερο τους σημερινούς συνταξιούχους).

Χρησιμοποιώντας στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκύπτει ότι για την Ελλάδα το ποσοστό αναπλήρωσης σύνταξης ήταν το 2007 το 73% του μέσου μισθού και προβλεπόταν αύξησή του στο 80% το 2060, εξέλιξη που ευνοούσε τους σημερινούς νέους. Η ανάγκη να γίνει βιώσιμο το συνταξιοδοτικό σύστημα οδήγησε σε περικοπή των συντάξεων. Το 2013 το ποσοστό αναπλήρωσης σύνταξης είχε μειωθεί στο 58% για τους συνταξιούχους, μείωση κατά 15 ποσοστιαίες μονάδες. Ωστόσο για τους σημερινούς εικοσάρηδες που θα βγουν στη σύνταξη το 2060 προβλέπεται μείωση του ποσοστού αναπλήρωσης στο 44% από 80% που προβλεπόταν το 2007. Με λίγα λόγια, ενώ μειώθηκε το ύψος της σύνταξης και για τους σημερινούς και για τους μελλοντικούς συνταξιούχους, η μείωση είναι υπερδιπλάσια για τους σημερινούς νέους.

Εντυπη έκδοση Καθημερινής

SHARE