Τελευταίο αντίο στον Παναγιώτη Τέτση

Τελευταίο αντίο στον Παναγιώτη Τέτση

Τελευταίο αντίο στον Παναγιώτη Τέτση

Λιγότερο από μια εβδομάδα μετά την βράβευσή του με το βραβείο Γιάννης Μόραλης στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ο Παναγιώτης Τέτσης (που λόγω προβλημάτων υγείας δεν παρέστη για την παραλαβή του) εγκατέλειψε αυτή την ζωή στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Ηττήθηκε από τον καρκίνο που τον ταλαιπωρούσε χρόνια. Ο θάνατός του σημειώθηκε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής 4 Μαρτίου προς Σάββατο 5 του μηνός. Ήταν 91 ετών.

Τεράστια μορφή της ελληνικής ζωγραφικής και χαρακτικής, ο Π. Τέτσης γεννήθηκε στην Ύδρα το 1925, όπου και μεγάλωσε. Οι γονείς του διατηρούσαν καφενείο που αργότερα έγινε εστιατόριο. Η φιλοδοξία της οικογένειάς του ήταν να βρεθεί για τον Τέτση μια θέση στο Δημόσιο_ αν ήταν δε και τράπεζα ακόμα καλύτερα. «Ευτυχώς που η μάνα μου είχε πολύ μεγάλη κατανόηση για το ότι μπορώ να κάνω κάτι παραπάνω από δημόσιος υπάλληλος» είχε πει ο ίδιος ο Τέτσης στο ΒΗΜΑ με αφορμή την συνάντησή μας για το ντοκιμαντέρ του Γιάννη Βάμβακα «Παναγιώτης Τέτσης: Παίζοντας με τα χρώματα».

 

Πως όμως αρχίζει η ιστορία του Π. Τέτση με την ζωγραφική; Ιδού τι είχε πει ο ίδιος στο ΒΗΜΑ: «Το 1939 ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης επισκέφθηκε την Ύδρα και έφτασε στο μπακάλικο της γιαγιάς μου που κατάλαβε ότι κάποια σχέση είχε με τέχνη και του έδειξε μια ζωγραφιά του εγγονού της. Το ίδιο απόγευμα ο Πικιώνης ήρθε με τον Χατζηκυριάκο. Έτσι αρχίζει η ιστορία μου. Ήταν μια τύχη. Αν δεν είχε περάσει ο Πικιώνης και αν δεν είχε φέρει τον Χατζηκυριάκο και αν τον επόμενο χρόνο δεν είχε έρθει ο Κλάους Φριτζλάντερ, φίλος του Πικιώνη και όλων αυτών, εγώ πού θα ήμουν;».

 

Ο Τέτσης σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, την ίδια σχολή στην οποία δίδαξε από το 1976 ως το 1991 ανοίγοντας δρόμους σε πολλούς νέους ζωγράφους. Δυο χρόνια αργότερα, το 1993, έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Η διδακτική καριέρα του ήταν γενικότερα πολύ πλούσια. Το 1951 ο Τέτσης διορίστηκε επιμελητής στην έδρα του Ελεύθερου Σχεδίου στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ. Από το 1958 ως το 1962 υπήρξε καθηγητής στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο. Συμμετείχε στην ίδρυση του Ελευθέρου Σπουδαστηρίου Καλών Τεχνών (μετέπειτα Σχολή Βακαλό) στο οποίο δίδαξε ως το 1976.

 

Η πρώτη έκθεσή του χρονολογείται το 1948, πέντε χρόνια πριν από την μετακόμισή του στο Παρίσι όπου από το 1953 ως το 1956 ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην εκεί Σχολή Καλών Τεχνών. Ως καλλιτέχνης ο Τέτσης διαμόρφωσε μια προσωπική αντίληψη του εξπρεσιονισμού με έργα που περιλαμβάνουν προσωπογραφίες, τοπία, νεκρή φύση αλλά και σκηνές της καθημερινότητητας. Εκθέσεις στις οποίες έλαβε μέρος: Μπιενάλε του Σάο Πάολο το 1957 και το 1965, της Αλεξάνδρειας το 1959, οι Διεθνείς Εκθέσεις Χαρακτικής του Λουγκάνο (1960) και του Τόκιο (1964) και πολλές άλλες. Ας σημειωθεί επίσης ότι το 1970 αρνήθηκε να λάβει μέρος στην Μπιενάλε της Βενετίας (όπου είχε επιλεγεί), μια μορφή διαμαρτυρίας του για την χούντα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα.

 

Ως άνθρωπος ήταν σεμνός και μετριόφρων, εχθρός των δημοσίων σχέσεων. «Την ελληνική τέχνη δεν την κάνουν οι 10 ή οι 15» είχε επίσης χαρακτηριστικά πει. «Υπάρχουν καλλιτέχνες που μπορεί να μην είναι λάμποντα αστέρια αλλά δεν παύουν να είναι αστέρια. Δεν μπορείς να τους περιφρονήσεις».
Όταν τον πρόσεξε ο Πικιώνης…

Γεννημένος στην Ύδρα το 1925 ο Παναγιώτης Τέτσης, ήταν μόλις 14 ετών όταν πρόσεξε τη δουλειά του ο σπουδαίος αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης καθώς εντυπωσιάστηκε από τον ρηξικέλευθο τρόπο με τον οποίο είχε ζωγραφίσει τα Σπίτια της Ύδρας. Και έτσι απέκτησε έναν πολύτιμο φύλακα –άγγελο, ενώ γρήγορα τον ίδιο ρόλο ανέλαβαν τόσο ο Νίκος Χατζηκυριάκος –Γκίκας όσο και ο Ανδρέας Εμπειρικός.

Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής δοκίμασε τις δυνάμεις του στην Νομική και αφού γρήγορα διαπίστωσε ότι δεν τον ενδιέφερε, γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλό του τον Κωνσταντίνο Παρθένη.

Τα μέσα της δεκαετίας του ’50 τον βρήκαν με υποτροφία να σπουδάζει στο Παρίσι, ενώ με την επιστροφή του στα πάτρια εδάφη, το 1957, βρήκε τη «φωλιά» του, που δεν αποχωρίστηκε ως το τέλος: το ατελιέ του στην οδό Ξενοκράτους. Εκεί που περνούσε ώρες πολλές καθημερινά για να φιλοτεχνήσει τα έργα για τις 90 και πλέον ατομικές του εκθέσεις. Για να συναντήσει τους φίλους του, οι οποίοι ξαπόσταιναν με ένα ποτήρι παγωμένο νερό κι ένα γλυκό του κουταλιού που πάντα είχε στο ντουλάπι του.

Και για να δημιουργήσει το εμβληματικότερο έργο του, τη Λαϊκή Αγορά, μια σύνθεση που ξεπερνά σε μήκος τα 50μ. γεμάτη κίνηση και χρώμα, έναν ύμνο στην καθημερινότητα όσων συνέβαιναν κάθε Παρασκευή έξω από την πόρτα του, παρασύροντας το βλέμμα του θεατή να πιστέψει πως βρίσκεται κι ο ίδιος εκεί, μέσα στη βουή και το αταίριαστο πλήθος, τα φρούτα και τα λαχανικά που μοιάζουν με ένα πανηγύρι, όπου τιμώμενος δεν είναι άλλος κανείς παρά η ζωή.

«Αποτινάξτε τον δάσκαλό σας… »

Δεύτερο αγαπημένο του στέκι η Σχολή Καλών Τεχνών στην οποία άρχισε να διδάσκει από το 1976 έως το 1991. Από το εργαστήριό του πέρασαν πολλοί από τους σημερινούς καταξιωμένους ζωγράφους κι εκείνος παρά τις τιμές και την αναγνώριση θεωρούσε ότι δεν υπάρχει καλύτερη φιλοφρόνηση από το να τον αποκαλούν «δάσκαλο», αν και ήταν ο ίδιος που τους παρότρυνε να κάνουν κάτι που θεωρούσε δύσκολο: να αποτινάξουν τον δάσκαλό τους και να βρουν τον δρόμο τους.

Τον χρωστήρα του δεν τον άφηνε εύκολα από το χέρι, κι όπου κι αν βρισκόταν, πάντα θα έβρισκε κάτι να κεντρίσει το καλά εξασκημένο βλέμμα του, το οποίο συνέβαλε αποφασιστικά ώστε να αναδειχθεί σε έναν από τους πιο πηγαίους, εκφραστικούς, ποιοτικούς και εν τέλει πιο σημαντικούς ζωγράφους της σύγχρονης ελληνικής τέχνης.

Αλλά κι από τους πιο γενναιόδωρους, καθώς όχι μόνο έχει προσφέρει στην Εθνική Πινακοθήκη 210 έργα του, αλλά και το δικαίωμα το 20% εξ αυτών να μπορούν να πωληθούν ώστε να αγοραστούν έργα συναδέλφων του, τα οποία λείπουν από τις συλλογές του μουσείου, όπως έγινε γνωστό την περασμένη Δευτέρα, οπότε του απονεμήθηκε το νεοσύστατο βραβείο εικαστικών τεχνών «Γιάννης Μόραλης» από το Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά η επιδείνωση της ήδη βεβαρημένης υγείας του δεν του επέτρεψε να παραστεί στην τελετή.

Τη Δευτέρα η κηδεία

Η κηδεία του Παναγιώτη Τέτση θα γίνει τη Δευτέρα 7 Μαρτίου, στις 14.30 από τον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου (οδός Σκουφά, Κολωνάκι). Η ταφή θα γίνει στην Ύδρα, την Τρίτη 8 Μαρτίου, στις 12 το μεσημέρι.

Η οικογένεια επιθυμεί αντί στεφάνων να διατεθούν τα χρήματα για το Κουλούρειο Νοσοκομείο «Παναγία Φανερωμένη» της Υδρας.

SHARE