Ο θάνατος του εμποράκου

Ο θάνατος του εμποράκου

Του Κωνσταντίνου Γ. Νούσιου Δικηγόρου, Αντιπεριφερειάρχη Περιβάλλοντος, Υδροοικονομίας & Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων

Ο θάνατος του εμποράκου

Στην Ελλάδα της κρίσης, ο κλάδος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων πλήττεται συστηματικά και βαρύτατα.

Η ευθύνη για την δεινή κατάσταση στην οποία βρίσκεται το μεγαλύτερο τμήμα της πραγματικής οικονομίας στη χώρα, βαραίνει αποκλειστικά την κυβέρνηση και τις επιλογές της:

Οι μνημονιακές πολιτικές, η ανευθυνότητα και η ανακολουθία λόγων και έργων, φέρουν το τελειωτικό χτύπημα στους επαγγελματίες και τις δουλειές τους.

Το κλίμα αβεβαιότητας που εμφανίστηκε τους πρώτους έξι μήνες της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με την κωλυσιεργία στις διαπραγματεύσεις, συνεχίστηκε με την επιβολή των capital controls και έχει σήμερα εδραιωθεί εξαιτίας των παρελκυστικών πολιτικών της κυβέρνησης, διέλυσε την ελληνική οικονομία και έφερε τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στο χείλος του γκρεμού.

Στις μέρες μας, η επίδραση της ψυχολογίας στις αγορές είναι καθοριστικός παράγοντας για την διαμόρφωση της οικονομικής δραστηριότητας. Η ανασφάλεια «σκοτώνει» την αγορά και οι συνέπειες της έλλειψης ρευστότητας και της συνακόλουθης χαμηλής εμπορικής κίνησης, φέρνουν σε μορφή ντόμινο και άλλα καταστροφικά αποτελέσματα.

Πρόσφατη έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ έρχεται να επιβεβαιώσει την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Από την εξαμηνιαία αποτύπωση οικονομικού κλίματος του Ινστιτούτου, προκύπτει πως ένας νέος κύκλος στασιμότητας έχει αρχίσει για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και κατ’ επέκταση για την ελληνική οικονομία και οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες.

Κατά το 2ο εξάμηνο του 2015, 3 στις 4επιχειρήσεις κατέγραψαν ζημιές και διαπίστωσαν μείωση της ζήτησης και των παραγγελιών. Πτώση εμφάνισε και ο δείκτης ρευστότητας και σαν συνέπεια ελάχιστες επιχειρήσεις δήλωσαν την πρόθεσή τους για περαιτέρω επενδύσεις, παράγοντας ανασχετικός για την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Το κλίμα που αποτύπωσε η έρευνα είναι άκρως απαισιόδοξο για το μέλλον, που προβλέπει «λουκέτα» και απώλεια ως και 45.000 θέσεων συνολικής απασχόλησης.Οι αρνητικές προσδοκίες που εξέφρασαν οι περισσότεροι επαγγελματίες είναι ενδεικτικές της κατάστασης (το 52,2% των επιχειρήσεων θεωρεί ως πολύ πιθανό τον κίνδυνο λουκέτου).

Η ζοφερή αυτή εικόνα αντανακλάται και στην τοπική αγορά της και φυσικά εξαπλώνεται σε εθνική κλίμακα.

Ο βραχνάς των φοροασφαλιστικών υποχρεώσεων
Το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι η συσσώρευση φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων. Ακολουθούν οι οφειλές προς ΔΕΚΟ, ιδιώτες (προμηθευτές, μισθωτούς) και τράπεζες.

Οι μικρομεσαίοι έμποροι, οι βιοτέχνες και επαγγελματίες δέχονται ανηλεή επίθεση από τις κυβερνητικές πολιτικές και ωθούνται στην εξαθλίωση. Οι συνεχείς αυξήσεις άμεσης και έμμεσης φορολογίας, (φόρος εισοδήματος, εισφορά αλληλεγγύης, τέλος επιτηδεύματος, ΕΝΦΙΑ, προκαταβολή φόρου), σε συνδυασμό με τους νόμους που επιταχύνουν τις κατασχέσεις και τους πλειστηριασμούς, το κυνήγι για τα ληξιπρόθεσμα χρέη σε εφορία, ασφαλιστικούς φορείς και τράπεζες και την μείωση των συντάξεων και παροχών υγείας, οδηγούν στην εκμηδενισμό της ανταγωνιστικότητας του κλάδου και τελικά στην εξόντωσή του.

Η κυβέρνηση θα έπρεπε να διευκολύνει και όχι να ποινικοποιεί την αποδεδειγμένη οικονομική αδυναμία των πολιτών. Αντίθετα, το ασφυκτικό φορολογικό πλαίσιο που ετοιμάζει να ψηφίσει, θα βάλει ταφόπλακα σε οποιαδήποτε σκέψη για ανάκαμψη. Και θα ωθήσει σε μετανάστευση και άλλες μικρομεσαίες επιχειρήσεις που κατά κύματα πια μεταφέρουν την έδρα τους σε γειτονικές χώρες όπως η Βουλγαρία, όπου ευημερούν υποκείμενες σε ένα λιγότερο εχθρικό φορολογικό σύστημα.

Ο μονόδρομος της παραγωγικής ανασυγκρότησης

Όσο το κλίμα αβεβαιότητας εντός κι εκτός συνόρων θα συντηρείται, η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης θα παραμένει στον αέρα και η αναποφασιστικότητα της πολιτικής ηγεσίας στη λήψη συγκεκριμένων αποφάσεων σε καίρια ζητήματα (προσφυγικό, φοροασφαλιστικό, κόκκινα δάνεια) θα εξακολουθεί, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα εμποδίζονται από το να επιτελέσουν το συνεκτικό τους ρόλο στην τοπική οικονομία και κοινωνία.

Οι επιχειρήσεις αυτές καλούνται να παράξουν πλούτο σε ένα περιβάλλον υψηλότατης ανεργίας και πιστωτικής ασφυξίας και έχουν ήδη ξεπεράσει τις προβλεπόμενες αντοχές τους.

Εν όψει της εκπόνησης του νέου Αναπτυξιακού Νόμου, οι επαγγελματίες αυτής της κατηγορίας βρίσκονται μπροστά στο επιτακτικό καθήκον να διεκδικήσουν τη διαμόρφωση ενός συγκροτημένου σχεδίου παραγωγικής αναδιάρθρωσης της χώρας, προϋπόθεση απαραίτητη για να μπειη Ελλάδα σε τροχιά ανάπτυξης.

Αυτό θα επιτευχθεί μόνο με την κινητοποίηση όλων των διαθέσιμων δυνάμεων της ελληνικής οικονομίας σε κλίμα ενότητας και συνεργασίας, με ταυτόχρονη αξιοποίηση εθνικών πόρων, ιδιωτικών και δημόσιων, καθώς και ταχεία απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων σε κλάδους εθνικού ενδιαφέροντος.

Οι διεκδικήσεις θα πρέπει επίσης να αφορούν σε ένα πιο δίκαιο φορολογικό σύστημα με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, μια βιώσιμη λύση στο ασφαλιστικό και θεσμική σταθερότητα. Και ίσως έτσι μεσοπρόθεσμα φανεί ένα φως στην άκρη του τούνελ της κρίσης.

 

Το παρόν κείμενο αποτελεί απόσπασμα ομιλίας από τη συζήτηση των προβλημάτων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στο Περιφερειακό Συμβούλιο